Σοφιστές: Οι «παρεξηγημένοι» της ιστορίας
Ο
σκεφτόμενος άνθρωπος του Auguste
Rodin (1840-1917)
Η σοφιστική κίνηση ήταν ένα εκπαιδευτικό, ρητορικό και πολιτιστικό ρεύμα που διακρίνεται σε δύο περιόδους. Η λεγόμενη «Πρώτη Σοφιστική» εκδηλώθηκε γύρω στα μέσα του πέμπτου αιώνα π.Χ., μετά την ιωνική επανάσταση κατά της περσικής κυριαρχίας και τις μεγάλες αλλαγές που επέφεραν στις ελληνικές πόλεις οι Περσικοί Πόλεμοι. Η «Δεύτερη Σοφιστική» αναπτύχθηκε από τον πρώτο μέχρι τον τρίτο αιώνα μ.Χ. αιώνα και αποτέλεσε μια προσπάθεια αναβίωσης της κλασικής αττικής ρητορικής εντός της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, δίνοντας μεγαλύτερη έμφαση στη λογοτεχνική και θεατρική παρά στην πολιτική ρητορική. Για τις ανάγκες των ήδη δημοσιευμένων κειμένων, στο παρών άρθρο θα ασχοληθώ κυρίως με την Πρώτη Σοφιστική και τη συμβολή της στην εδραίωση της αθηναϊκής δημοκρατίας.
Οι Σοφιστές δεν αποτελούσαν οργανωμένη φιλοσοφική σχολή με αναφορά σε κάποιον θεμελιωτή «αρχηγέτη», δεν πρέσβευαν όλοι τα ίδια φιλοσοφικά δόγματα, δεν προέρχονταν από τα κέντρα του ελληνισμού στον ιταλικό νότο και την Αθήνα και δεν είχαν μόνιμο τόπο διαμονής. Οι περισσότεροι προέρχονταν από περιφερειακές ελληνικές πόλεις και μετακινούνταν από τόπο σε τόπο, διδάσκοντας έναντι αμοιβής και εκφωνώντας πανηγυρικούς λόγους στις πανελλήνιες γιορτές. Όσοι εγκαταστάθηκαν στην Αθήνα υπάγονταν στο καθεστώς του «μέτοικου» χωρίς πολιτικά δικαιώματα και θεωρούνταν όχι μόνον ξένοι αλλά και «βάναυσοι», αφού μόνον οι κατώτερες τάξεις των τεχνιτών πρόσφεραν υπηρεσίες έναντι αμοιβής.
Τα περισσότερα από τα έργα των Σοφιστών έχουν χαθεί. Οι διαφορές μεταξύ τους και η ειδική συνεισφορά του καθενός ξεχωριστά είναι δύσκολο να αποτιμηθούν από τα λιγοστά αποσπάσματα που έχουν διασωθεί. Αρχικά, ο όρος «σοφιστής» σήμαινε τον επιδέξιο και ευφυή άνθρωπο που κατείχε εις βάθος μια τέχνη και την ασκούσε με σύνεση, όπως για παράδειγμα ο συνετός πολιτικός που ασκούσε την τέχνη της πολιτικής με σωφροσύνη. Με αυτή την έννοια χρησιμοποίησε τον όρο ο Ηρόδοτος για τους μάντεις, ο Πίνδαρος για τους ποιητές και κάποιοι τραγικοί ποιητές για τους μουσικούς. Αλλά μαζί με την καταλυτική επίδραση της πλατωνικής ιδεολογίας στη νεώτερη δυτική σκέψη κληρονομήσαμε και τις αρνητικές πεποιθήσεις του Πλάτωνα για τους Σοφιστές, οι οποίοι συχνά αναφέρονται ως οι «παρεξηγημένοι», «συκοφαντημένοι» και «ηττημένοι» στοχαστές της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας.
Παρά την αρνητική εικόνα που έπλασε για αυτούς ο Πλάτων, στην πραγματικότητα η διδασκαλία των Σοφιστών κάλυψε σημαντικά κενά στην εκπαίδευση των πολιτών. Καταρχάς, δημιούργησαν ζήτηση για ανώτερη εκπαίδευση πέρα από τις βασικές γνώσεις της γραφής, της αριθμητικής, της μουσικής και της σωματικής άσκησης, ώστε οι πολίτες να μπορέσουν να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της δημοκρατίας, η οποία εγκαθιδρύθηκε το 462 π.Χ., φέρνοντας μαζί της την καθιέρωση της ισηγορίας και της παρρησίας, δηλαδή του δικαιώματος όλων των πολιτών να εκφέρουν δημόσια τη γνώμη τους με θάρρος και ειλικρίνεια. Επιπλέον, αμφισβήτησαν την παραδοσιακή κοινωνική ιεραρχία, συμβάλλοντας στον εκδημοκρατισμό της εκπαίδευσης, την οποία προσέφεραν σε όσους μπορούσαν να πληρώσουν, ανεξάρτητα από το αν είχαν αριστοκρατική καταγωγή ή όχι. Η έμφαση στην καλλιέργεια πρακτικών δεξιοτήτων προσέδωσε στην εκπαίδευση μια πιο ρεαλιστική διάσταση, ενώ η γεωγραφική τους κινητικότητα ως περιπλανώμενων δασκάλων έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη διάδοση νέων τεχνικών, ιδεών και ηθικών αξιών σε όλο τον ελληνικό κόσμο.
Σε γενικές γραμμές, οι Σοφιστές υπηρέτησαν τη δημοκρατία με την εισαγωγή μιας ρηξικέλευθης ανθρωποκεντρικής και προσωποκεντρικής εκπαίδευσης, η οποία αναγνώριζε τον άνθρωπο ως μέτρο όλων των πραγμάτων, προωθούσε την ατομική αυτονομία ως θετική αξία και ενθάρρυνε τους πολίτες να επιδιώκουν ο καθένας τον δικό του τρόπο ζωής ανεξάρτητα από την πατρογονική παράδοση και τον τρόπο ζωής της οικογένειάς του. Με σημαντικότερους εκπροσώπους τον Πρωταγόρα, τον Γοργία και τον Ιππία, στόχος της διδασκαλίας των Σοφιστών υπήρξε η διαμόρφωση αγαθών δημοκρατικών πολιτών, συνδέοντας την έκφραση της δόξας (της προσωπικής γνώμης) με την αρετή (ηθική), τη φρόνηση (περίσκεψη, λογική, σύνεση) και το δίκαιο (νόμο) στη διαχείριση του προσωπικού βίου και των υποθέσεων του οίκου, την παράσταση στο δικαστήριο και τη συμμετοχή στα κοινά της πόλης, τη Βουλή των Πεντακοσίων και την Εκκλησία του Δήμου. Ιδιαίτερα η κατανόηση της αρετής μετατοπίστηκε από τη σύνδεσή της με την αριστοκρατική καταγωγή στην αντίληψη ότι αποτελεί αποτέλεσμα εκπαίδευσης και δεξιοτήτων.
Οι Σοφιστές διατηρούσαν έναν ανοικτό κριτικό διάλογο με όλες τις φιλοσοφικές παραδόσεις και ιδιαίτερα με τους Προσωκρατικούς, οι οποίοι πρώτοι αμφισβήτησαν τις παραδοσιακές κοινωνικές και θρησκευτικές αξίες. Ωστόσο, ανέπτυξαν και οι ίδιοι τις δικές τους πρωτότυπες θέσεις για την κοινωνία, τον πολιτισμό, τη γραφή, τη γλώσσα, τη θρησκεία, την ηθική, το δίκαιο και άλλα θέματα που βρίσκονταν στην ημερήσια διάταξη του δημόσιου λόγου της εποχής. Ο Γοργίας και ο Πρωταγόρας έθεσαν το πρόβλημα της αντικειμενικότητας στην προσέγγιση της γνώσης και της αλήθειας, ενώ οι αναλύσεις του Πρωταγόρα και του Αντιφώντα για την αντίθεση μεταξύ «φύσης» και «νόμου» ανέδειξαν τον πολιτισμό και τους κοινωνικούς θεσμούς ως πρωταρχικούς παράγοντες καθορισμού της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Ο Γοργίας έθεσε τα θεμέλια της ρητορικής τέχνης, ενώ ο Πρόδικος, σύγχρονος και επιστήθιος φίλος του Σωκράτη, ήταν ο πρώτος που ενδιαφέρθηκε για τα γλωσσικά ζητήματα.
Για την εκμάθηση της ρητορικής, οι Σοφιστές δίδασκαν γραμματική και διάφορα σχήματα λόγου από τους χειρογραφημένους προφορικούς λόγους των πολιτικών και δικανικών ρητόρων, τους οποίους οι μαθητές αρχικά διάβαζαν δυνατά και κατόπιν ανέλυαν τη δύναμη της πειθούς των επιχειρημάτων τους, όπως έκανε ο Φαίδρος στον ομώνυμο πλατωνικό διάλογο που περιέχει τον μύθο της γραφής. Η παράλληλη χρήση του λόγου και του μύθου ως εναλλακτικών μεθόδων για την ανάπτυξη του ίδιου θέματος αποσκοπούσε στην ενίσχυση της πειθούς, επιλέγοντας τη μέθοδο που χρησιμοποιούσαν κάθε φορά ανάλογα με την ωριμότητα του ακροατηρίου στο οποίο απευθύνονταν. Ο μύθος προσφερόταν άλλοτε για την εκλαΐκευση του θεωρητικού λόγου και άλλοτε για την επίδειξη της ρητορικής δεινότητας των ομιλητών σε ένα ευρύτερο κοινό. Ο μύθος του Προδίκου για τον Ηρακλή στο σταυροδρόμι της Αρετής και της Κακίας που διέσωσε ο Ξενοφών στα Απομνημονεύματά του και ο μύθος του Πρωταγόρα για τον Προμηθέα και τον Επιμηθέα, που διέσωσε ο Πλάτων στον ομώνυμο διάλογο, αποτελούν δύο από τους γνωστότερους μύθους των Σοφιστών με ευρεία απήχηση μέχρι σήμερα. Για τη συναισθηματική απήχηση της επιχειρηματολογίας τους, οι Σοφιστές κατέφευγαν συχνά και στη χρήση του ποιητικού λόγου, τον οποίο άλλωστε πρώτοι οι ίδιοι κατέστησαν αντικείμενο επιστημονικής μελέτης.
Η αμφισβήτηση των παραδοσιακών νόμων, ηθικών κανόνων και κοινωνικών ιεραρχιών, η ανάδειξη των αμφισημιών της γλώσσας, η έμφαση στην ατομική αντίληψη και ερμηνεία της πραγματικότητας (Πρωταγόρας: «Πάντων χρημάτων μέτρον άνθρωπος»), ο σχετικισμός και η άρνηση της απόλυτης αλήθειας, ο θρησκευτικός αγνωστικισμός δεν μας είναι άγνωστα στη σύγχρονη εποχή. Αντιθέτως, θυμίζουν έντονα τόσο τις θεωρητικές διαμάχες γύρω από τη μετανεωτερικότητα όσο και ρητορικές πρακτικές που καθιέρωσαν οι Σοφιστές και εξακολουθούν να ασκούνται μέχρι σήμερα ιδίως στον δικανικό λόγο. Σκέφτομαι, για παράδειγμα, την περηφάνια με την οποία οι σύγχρονοι δικηγόροι διαφημίζουν την ικανότητά τους να επιχειρηματολογούν και για τις δύο πλευρές ενός ζητήματος και να καθιστούν τον ασθενέστερο λόγο ισχυρότερο, ακόμα και όταν τα αποδεικτικά στοιχεία δείχνουν το αντίθετο. Όπως μας εξηγεί ο Τζερόμ Μπρούνερ, η δυσπιστία του δικαστηρίου απέναντι στους θεατρινισμούς των δικηγόρων, την εριστική επιθετικότητα κατά του αντιδίκου και τις ευφάνταστες νομικές ιστορίες που αφηγούνται κατά την ακροαματική διαδικασία είναι λογική, αναμενόμενη και αναπόφευκτη.
Από αυτή την άποψη, μπορούμε να κατανοήσουμε τον φανατισμό με τον οποίο διεξάγονταν οι διαμάχες Σοφιστών και Φιλοσόφων, ιδιαίτερα κατά την περίοδο παρακμής της αθηναϊκής δημοκρατίας μετά τον θάνατο του Περικλή το 429 π.Χ. και την ήττα της Αθήνας στον Πελοποννησιακό Πόλεμο το 404 π.Χ. Η απώλεια μεγάλου μέρους των κειμένων των Σοφιστών και η αρνητική τους απεικόνιση αρχικά από τον Πλάτωνα και αργότερα από τον Αριστοτέλη καθόρισε σε μεγάλο βαθμό την ιστορική τους υποδοχή, καθιστώντας δύσκολη την απόκτηση μιας αμερόληπτης κατανόησης των πραγματικών τους συνεισφορών και πεποιθήσεων.
Ωστόσο, μια ισορροπημένη προσέγγιση θα αναγνώριζε τόσο την εγκυρότητα ορισμένων κριτικών που καταδικάζουν τις σοφιστικές ακρότητες, όσο και τον πολύπλευρο ρόλο που έπαιξαν οι Σοφιστές στη λειτουργία της αθηναϊκής δημοκρατίας, την ενίσχυση της δημοκρατικής συμμετοχής, την καλλιέργεια της κριτικής σκέψης και την ανάπτυξη της ελληνικής εκπαίδευσης. Παρά τις επικρίσεις, η κληρονομιά των Σοφιστών υπογραμμίζει θεμελιώδη ερωτήματα γύρω από το ήθος της πολιτικής και της δικαιοσύνης, τη χρήση του λόγου τόσο για την αναζήτηση της αλήθειας όσο και για χειραγώγηση, την αξία των πρακτικών δεξιοτήτων έναντι της αφηρημένης γνώσης, τον σκοπό της εκπαίδευσης σε μια δημοκρατική κοινωνία – όλα ερωτήματα με άμεση αναφορά στις σύγχρονες ανησυχίες και αναζητήσεις.
👉 Προτεινόμενα αναγνώσματα
Bruner, Jerome, Δημιουργώντας ιστορίες. Νόμος, Λογοτεχνία, Ζωή, μτφρ. Β. Τσούρτου, Κ. Πολυδάκη, Γ. Κουγιουμουτζάκης, επιστ. επιμ. Γ. Κουγιουμουτζάκης, Αθήνα: Εκδ. Πεδίο 2018 – Κεφ. Δεύτερο, «Νόμος και Λογοτεχνία», 87-118.
Guthrie, William Keith Chambers, Οι σοφιστές, μτφρ. Τσεκουράκης Δαμιανός, Αθήνα: Εκδ. Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης 1991.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου