Προσδοκία
Ποιον περιμένει; Στεκόταν μπροστά στο παράθυρο, με το φως να πέφτει πάνω της σαν λεπτό πέπλο. Έδειχνε σαν να βρισκόταν εκεί ώρες, ακίνητη σαν άγαλμα ή, ακόμα χειρότερα, σαν μέρος της επίπλωσης. Μόνο κοίταζε έξω, σαν να προσπαθούσε δει κάτι δεν φαινόταν, να ακούσει κάτι που, μόλις ακουγόταν, θα της έδινε πάλι πίσω τη χαμένη της κίνηση. Η προσμονή κι η προσδοκία έπαιζαν μαζί της ένα σκληρό παιχνίδι αντοχής. Ποιος ξέρει τι περίμενε! Ίσως κάποιον που είχε αργήσει να φανεί ή κάποιον που ήξερε πως δεν θα ερχόταν, αλλά δεν ήθελε να το παραδεχτεί. Ίσως πάλι να μην περίμενε κανένα άλλον παρά μόνον τον εαυτό της στην πιο τρυφερή του εκδοχή, εκείνη στην οποία δίσταζε ακόμα να της ανοίξει την πόρτα. Κάποιες φορές δεν περιμένουμε ανθρώπους· περιμένουμε στιγμές ανάτασης και υπέρβασης, αποφάσεις που φοβόμαστε να πάρουμε, το θάρρος που έχει την ιδιοτροπία να μαζεύεται στην καρδιά μας λίγο λίγο και πολύ αργά, βασανιστικά αργά...