Συγγραφείς και καλλιτέχνες: Βίοι παράλληλοι. Μέρος Β΄: Από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο μέχρι σήμερα
Μετά την απώλεια εκατομμυρίων ανθρώπων στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, τα καλλιτεχνικά και λογοτεχνικά ρεύματα του Μεσοπολέμου διαμορφώθηκαν μέσα σε ένα περιβάλλον βαθιάς κοινωνικής κρίσης, πολιτικής αστάθειας και ιδεολογικών ανακατατάξεων. Ο υπερρεαλισμός (σουρεαλισμός) εισήγε την αυτόματη γραφή, το όνειρο και το ασυνείδητο. Ο εξπρεσιονισμός έδωσε έμφαση στο συναίσθημα, την εσωτερική ένταση και την παραμόρφωση της πραγματικότητας. Ο ντανταϊσμός ανέδειξε το παράλογο, την ανατροπή των συμβάσεων, τα παιχνίδια με τη γλώσσα και τη μορφή. Ο κονστρουκτιβισμός έδωσε νέες μορφές στην αρχιτεκτονική, τη ζωγραφική και τη γραφιστική, με έμφαση στη γεωμετρία και τη λειτουργικότητα.
Στην αρχή, η ριζοσπαστική πολιτική κριτική των συγγραφέων και των καλλιτεχνών στο αστικό κατεστημένο φάνηκε να προσφέρει μια διαφυγή από την ψυχολογία της απόγνωσης. Διακηρύσσοντας έναν προοδευτικό συσχετισμό της τέχνης με την κοινωνία, τα νέα ρεύματα επέλεξαν τη συλλογική παραγωγή και διαχείριση των πολιτιστικών έργων, την ομαδική δράση με σκοπό την κοινωνική παρέμβαση, την καταγγελία των κοινωνικών ανισοτήτων και την εναντίωση στην αυταρχικότητα των κοινωνικών συμβάσεων της αστικής κοινωνίας. Πολλοί πρωτοποριακοί συγγραφείς και καλλιτέχνες πολέμησαν γενναία σε αυτά τα πεδία, στο τέλος όμως παραδόθηκαν ηττημένοι και οι ίδιοι από τους νόμους της αγοράς.
Η φρίκη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και η κατάρρευση της Ευρώπης μετατόπισε το κέντρο της τέχνης και του πολιτισμού στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου ένα νέο ερμηνευτικό ρεύμα άρχισε να αναλύει τα έργα της πρωτοπορίας μέσω της ψυχογραφίας των δημιουργών τους, αντιμετωπίζοντας την τέχνη ως «κλινικό» φαινόμενο. Σε αυτό το ερμηνευτικό πλαίσιο, οι συγγραφείς και οι καλλιτέχνες της πρωτοπορίας χρεώθηκαν έναν τυχοδιωκτισμό που επιδίωκε την αυτοπραγμάτωσή τους σε μια άτολμη κοινωνία. Το κοινό έβλεπε σε αυτούς ένα είδος Προμηθέα ή Μωυσή που θα οδηγούσε τους ανθρώπους σε μια μαγική μεταμόρφωση του κόσμου πέρα από την πεζή καθημερινότητα. Ωστόσο, ο αυθορμητισμός, η επαναστατική απελευθέρωση της επιθυμίας, η ερμητική ενδοσκόπηση και η εξαθλιωμένη απομόνωση δεν συνιστούσαν παρά μια απεγνωσμένη απόπειρα να δημιουργήσουν την ψευδαίσθηση ότι ο κόσμος δεν είχε άλλο λόγο ύπαρξης από το να αντανακλά ομοιοπαθητικά τη δική τους εικόνα. Η τέχνη είχε γίνει πλέον μια μέθοδος απάτης και αυταπάτης.
Από αυτές τις ψυχογραφικές ερμηνείες απουσίαζε οποιοδήποτε ιστορικό επιχείρημα. Η αποκοπή των έργων από τον ιστορικό τους χωροχρόνο συσκότιζε το γεγονός ότι πολλές από τις αντιφατικές συμπεριφορές των δημιουργών τους δεν εδράζονταν τόσο σε ιδιοσυγκρασιακές ιδιομορφίες όσο στις αντιφάσεις του ιστορικού, κοινωνικού, πολιτικού και πολιτισμικού πλαισίου μέσα στο οποίο ζούσαν και δημιουργούσαν. Για παράδειγμα, η επιστροφή στην παραστατικότητα την περίοδο της επικράτησης των ολοκληρωτικών καθεστώτων αποτελούσε σύμπτωμα της βαθιάς κρίσης που προκάλεσε η ισχυροποίηση του πολιτικού και κοινωνικού αυταρχισμού ακόμα και στις φιλελεύθερες χώρες. Οι μεταπολεμικές Ηνωμένες Πολιτείες του Ψυχρού Πολέμου, του πραγματισμού, του αντιδιανοουμενισμού και της αντικομμουνιστικής υστερίας του μακαρθισμού δεν αποτελούσαν εξαίρεση. Κατά συνέπεια, ο ουσιαστικός χαρακτήρας της καλλιτεχνικής και λογοτεχνικής έκφρασης δεν εξαρτάται από την εικόνα που έχει ο δημιουργός για τον εαυτό του, αλλά κατά κύριο λόγο από τα ιστορικά και πολιτισμικά συμφραζόμενα που φορτίζουν θετικά ή αρνητικά την καλλιτεχνική και λογοτεχνική γλώσσα, η οποία κάθε άλλο παρά αποκλειστικά αυτονοηματοδοτούμενη είναι.
Με την ενσωμάτωση των αρχών μιας πλήρως αποϊστορικοποιημένης ψυχανάλυσης, ο «μεταμοντερνισμός», ως πολιτικό, κοινωνικό, φιλοσοφικό, λογοτεχνικό και εν γένει αισθητικό ρεύμα, φάνηκε να ανταποκρίνεται στην ανάγκη υπέρβασης του υπαρξιακού αδιεξόδου στο οποίο βρισκόταν ο μεταπολεμικός κόσμος. Δεν βασιζόταν σε κάποια διακήρυξη κοινών αρχών με συγκεκριμένο ιδεολογικό στίγμα, αλλά οριζόταν από ένα πλέγμα ετερόκλητων και συχνά αντιφατικών αντιλήψεων που συνέκλιναν στην άσκηση μιας λιγότερο ή περισσότερο σφοδρής κριτικής στη δυτική νεωτερικότητα και τα δεινά της. Για τη χρονική του αφετηρία έχουν διατυπωθεί διάφορες απόψεις, σε γενικές γραμμές όμως συνδέεται κυρίως με την κριτική στις αναδιαρθρώσεις και τους υλικοτεχνικούς μετασχηματισμούς του ύστερου καπιταλισμού στον μεταπολεμικό δυτικό κόσμο, δίνοντας συχνά την εντύπωση πως πρόκειται για μια απόπειρα αναβίωσης του ρομαντισμού με νέους όρους.
Τη δεκαετία του 1960, τα ριζοσπαστικά πολιτικά κινήματα στην Ευρώπη και την Αμερική διεκδικούσαν μια ευρεία κοινωνική συμμετοχή, την από κοινού διαχείριση των υλικών και πνευματικών αγαθών του πολιτισμού και τον επανακαθορισμό των όρων και των εννοιών που συντηρούσαν τις κοινωνικές ανισότητες. Την ίδια περίοδο, η λογοτεχνική και η καλλιτεχνική θεωρία οραματίζονταν έναν κόσμο απαλλαγμένο από τα ολοκληρωτικά χαρακτηριστικά ενός δημιουργικού υποκειμένου που ενσάρκωνε τον αστικό διαχωρισμό της λογοτεχνικής και καλλιτεχνικής έκφρασης από την κοινωνική πραγματικότητα. Για τον Μισέλ Φουκώ και τον Ρολάν Μπαρτ, ο «μεγαλοφυής» συγγραφέας δεν ήταν παρά μια ιδεολογική κατασκευή που ακύρωνε τη νοηματική πολυσημία του έργου. Το νόημα που επέλεγε να δώσει ο ίδιος ο δημιουργός στο έργο του ήταν περιοριστικό και απέκλειε κάθε άλλη ερμηνεία. Για να έχει πολυδιάστατη λειτουργία και απελευθερωτική δυναμική, το έργο έπρεπε να είναι ελεύθερο από κάθε εξουσιαστικό λόγο και ανοικτό στις ερμηνείες του κοινού.
Η εξάλειψη του πάλαι ποτέ ηρωικού δημιουργικού υποκειμένου αποτελούσε ένα θεμελιώδες πολιτικό αίτημα και απαραίτητη προϋπόθεση για να απελευθερωθούν οι λανθάνουσες επαναστατικές δυνάμεις που ενυπήρχαν στο έργο, αλλά επισκιάζονταν από την ολοκληρωτική προσωπικότητα και την απόλυτη αυθεντία του «δημιουργού». Οι υποστηρικτές αυτού του αιτήματος προσδοκούσαν ότι, μαζί με τον δημιουργό, θα πέθαινε και το νεωτερικό ιδεολογικό σύστημα που τον είχε καταστήσει απολυταρχικό ρυθμιστή του νοήματος, επιτρέποντας έτσι στον αναγνώστη/θεατή/ακροατή να έρθει στο προσκήνιο και να παίξει τον ιστορικό του ρόλο. Όμως, αντί για τον δημιουργό πέθανε η κοινωνία.
Το 1987, η Μάργκαρετ Θάτσερ υποστήριξε ότι αυτό το «πράγμα» («thing» ) που λέγεται «κοινωνία» δεν υπάρχει. Υπάρχουν μόνον άτομα (άνδρες, γυναίκες και οικογένειες) που, πριν διεκδικήσουν δικαιώματα (επιδόματα ανεργίας, υγείας κ.ά.), έχουν την υποχρέωση να φροντίσουν οι ίδιοι για τον εαυτό τους. Καμία κυβέρνηση δεν μπορεί να κάνει κάτι για αυτούς, όταν τεμπελιάζουν με τη δικαιολογία ότι δεν βρίσκουν δουλειά και εκμεταλλεύονται τα κρατικά επιδόματα για να ζουν χωρίς να εργάζονται. Με απλά λόγια, οι φτωχοί είναι οι ίδιοι υπεύθυνοι για τη φτώχεια τους. Επιβιώνουν και εξελίσσονται μόνον όσοι είναι αρκετά δυνατοί, ώστε να προσαρμόζονται στις συνθήκες και να δημιουργούν μόνοι τους τις προϋποθέσεις για την ευημερία τους, χωρίς τη βοήθεια του κράτους.
Οι ιδέες αυτές δεν ήταν πρωτότυπες. Περίπου έναν αιώνα μετά την πρώτη διατύπωση της θεωρίας του λεγόμενου «κοινωνικού δαρβινισμού» (μεταφορά της θεωρίας του Δαρβίνου για την εξέλιξη των ειδών και την επιβίωση του ισχυροτέρου στην κοινωνία), η Θάτσερ όχι μόνο την εφάρμοσε στην πράξη, αλλά οι πολιτικές της πεποιθήσεις ενσωματώθηκαν στον πυρήνα της πλέον ακραιφνούς νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας που επικράτησε μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης το 1991. Οι διαδικασίες που ξεκίνησαν τη δεκαετία του 1990 εξελίσσονται και επεκτείνονται συνεχώς με διάφορες μορφές:
- Παγκοσμιοποίηση των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής και συγκάλυψη των σχέσεων εκμετάλλευσης.
- Παγκόσμιος ψηφιακός μετασχηματισμός χωρίς προκαθορισμένο πλαίσιο ηθικής και δεοντολογίας.
- Πλήρης αυτονόμηση της οικονομίας από την κοινωνία και την πολιτική.
- Κατάρρευση του κοινωνικού κράτους.
- Έλεγχος του κράτους και των κρατικών πόρων από καρτέλ.
- Αποθέωση της ιδιώτευσης και απαξίωση της συλλογικότητας κάθε μορφής.
- Κυριαρχία της διαφήμισης, του καταναλωτισμού και της μαζικής κουλτούρας.
- Εξάπλωση της συμβουλευτικής και των επαγγελμάτων ψυχικής υγείας.
Τι είδους τέχνη και λογοτεχνία αντιστοιχεί σε αυτό το πολιτισμικό περιβάλλον; Το νέο πολιτισμικό υπόδειγμα αναγνωρίζει σε συγγραφείς και καλλιτέχνες την ελευθερία να επιλέγουν και να ανασυνθέτουν ό,τι θέλουν από τις παραδόσεις του παρελθόντος, από τα έργα και τις εικόνες που βρίσκουν στις εγκυκλοπαίδειες της τέχνης και της λογοτεχνίας, από τις κάθε είδους αναπαραστάσεις που κυκλοφορούν ελεύθερες στις παγκοσμιοποιημένες ψηφιακές πλατφόρμες. Ωστόσο, η οικειοποίηση του ήδη υπάρχοντος μετατρέπει το πάλαι ποτέ ηρωικό δημιουργικό υποκείμενο από πρωτότυπο δημιουργό σε έναν αντιγραφέα παρόμοιο με εκείνον των μεσαιωνικών μοναστηριών. Δεν παράγει παρά αντίγραφα των πρωτοτύπων, ανακυκλώνει τις ίδιες αναπαραστάσεις από άλλη οπτική γωνία και αποποιείται τη διεκδίκηση «πνευματικών δικαιωμάτων» για την «πατρότητα των ιδεών». Η πολυσημία των νοημάτων κυκλοφορεί ελεύθερη ως μηχανισμός διακίνησης πληροφοριών με ανταλλακτική αξία. Η τέχνη και η λογοτεχνία μετατρέπονται σε «δεξαμενή ιδεών» (think tank) από την οποία ο νεοφιλελευθερισμός αντλεί έναν προσχηματικό προοδευτικό λόγο που του επιτρέπει να αποσπά και να ανανεώνει ευρείες κοινωνικές συναινέσεις.
Κάτω από αυτές τις συνθήκες, το λογοτεχνικό και το καλλιτεχνικό έργο αποκτά νέο νόημα όχι μέσω της απελευθέρωσης της επαναστατικής του δυναμικής αλλά μέσω της υπαγωγής του στο σύστημα. Αν οι δημιουργοί αποτυγχάνουν, είναι οι ίδιοι υπεύθυνοι για την αποτυχία τους να ακολουθήσουν τους κανόνες. Αν τα ριζοσπαστικά πολιτικά κινήματα της δεκαετίας του 1960 καλούσαν τον αναγνώστη/θεατή/ακροατή να πάψει να αποδέχεται παθητικά τους εξουσιαστικούς λόγους και να αναλάβει τον ιστορικό του ρόλο, ο νέος αναγνώστης/θεατής/ακροατής αποθεώνεται ως καταναλωτής και καταναλώτρια έργων τέχνης και λογοτεχνίας εναρμονισμένων με τις πολιτικές και οικονομικές επιλογές του νεοφιλελευθερισμού και υπαγόμενων στο ίδιο σύστημα παραγωγής και κατανάλωσης που υπάγονται και οι δημιουργοί τους.
Οι νέοι συγγραφείς και καλλιτέχνες έχουν το ένα μάτι στραμμένο στο έργο τους και το άλλο στις προτιμήσεις του κοινού, όπως καταγράφονται λεπτομερώς στις ψηφιακές πλατφόρμες. Αυτός ο νέος πραγματισμός δεν αποδέχεται ως «αληθινό» τίποτα άλλο εκτός από τη λογική του κόστους-οφέλους και τα μετρήσιμα αποτελέσματα, ωθώντας στο περιθώριο ή εκτός συστήματος οποιονδήποτε διατηρεί ακόμα την επιθυμία να αυτοπροσδιορίζεται και να έχει δημόσιο κριτικό λόγο έξω και πέρα από το θεσμικό πλαίσιο στο οποίο ζει και το οποίο διαμορφώνει τις επιλογές του/της. Η μόνη εφικτή δυνατότητα που έχουν στη διάθεσή τους τα δημιουργικά υποκείμενα είναι να αφήνονται με εμπιστοσύνη στα χέρια αυτού του θεσμικού πλαισίου, προκειμένου να βρουν την ευτυχία μακριά από τη θορυβώδη πραγματικότητα και τις άβολες αντιθέσεις της.
Στο νέο πολιτισμικό περιβάλλον που έχει διαμορφωθεί, η δημιουργικότητα του ατόμου κατευθύνεται και διοχετεύεται στην επιχειρηματικότητα και την «έξυπνη» (όπως αποκαλείται) νεοφιλελεύθερη οικονομία. Στις λεγόμενες «δημιουργικές βιομηχανίες» (πολιτισμός, τέχνες, ψυχαγωγία, σχεδιασμός, διαφήμιση, εκδόσεις κ.ά.), οι συγγραφείς και οι καλλιτέχνες νοούνται πλέον ως αυτοαπασχολούμενοι επιχειρηματίες ή ελεύθεροι επαγγελματίες, οι οποίοι εξαρτώνται από τους νόμους της αγοράς και φέρουν την αποκλειστική ευθύνη να προωθήσουν τον εαυτό τους και τα πολιτιστικά προϊόντα που παράγουν με δικές τους δαπάνες. Η διακοπή κάθε πολιτιστικής παραγωγής και τα πλήγματα που υπέστησαν οι δημιουργικές βιομηχανίες κατά τη διάρκεια της πανδημίας ανέδειξαν με τον εναργέστερο τρόπο όχι μόνο την αλλαγή των προτεραιοτήτων εκ μέρους του κράτους και των ομάδων εξουσίας που το ελέγχουν, αλλά κυρίως την ευαλωτότητα των εργαζομένων στους τομείς του πολιτισμού εντός του νεοφιλελεύθερου θεσμικού πλαισίου.
Από τη συζήτηση για την ανάγκη «δημιουργικής προσαρμογής» στο νέο πολιτισμικό πλαίσιο απουσιάζει οποιαδήποτε κριτική αξιολόγηση του ίδιου του πολιτισμικού πλαισίου στο οποίο καλούμαστε να προσαρμοστούμε. Παρά την αναγνώριση της συμβολής του πολιτισμού στην ψυχική υγεία και ευεξία της κοινωνίας, όλες οι προσπάθειες επικεντρώνονται στην ενίσχυση της ατομικής ψυχικής ανθεκτικότητας απέναντι στις αντιξοότητες, απενοχοποιώντας το σύστημα που δημιουργεί αυτές τις αντιξοότητες. Αν το άτομο δεν μπορεί να προσαρμοστεί, δεν φταίει το σύστημα αλλά το ίδιο το άτομο.
Υπάρχει άραγε άλλος δρόμος;
👉 Προτεινόμενα αναγνώσματα (Α΄ και Β΄ Μέρος)
Barthes, R., «Ο θάνατος του συγγραφέα», στο Εικόνα-Μουσική-Κείμενα, μτφρ. Γ. Σπανός, επιμ. Λ. Ρινόπουλος, Αθήνα: Εκδ. Πλέθρον 1988, σ. 137-143.
Bauman, Zygmunt, Η μετανεωτερικότητα και τα δεινά της, πρόλογος-μετάφραση Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης, Αθήνα: Εκδ. Ψυχογιός 2002.
Δασκαλοθανάσης, Ν., Ο καλλιτέχνης ως ιστορικό υποκείμενο από τον 19ο στον 20ό αιώνα, Αθήνα: Εκδ. Άγρα 2004.
Detienne, Marcel, Οι κύριοι της αλήθειας στην αρχαϊκή Ελλάδα, μτφρ. Στέφανος Οικονόμου, Αθήνα: Πατάκης 2002 (ο ποιητής, ο μάντης και ο βασιλιάς).
Ήγκλετον, Τ., Εισαγωγή στη θεωρία της λογοτεχνίας, μτφρ. Μ. Μαυρωνάς, εισ. Δ. Τζιόβας, Αθήνα: Εκδ. Οδυσσέας 1996.
Foucault, M., Qu'est -ce qu'un auteur ? Michel Foucault (free.fr)
Giddens, Anthony, Οι συνέπειες της νεοτερικότητας, επιμ. Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, μτφρ. Γιώργος Μερτίκας, Αθήνα: Εκδ. Κριτική 2001.
Hall, Stuart & Bram Gieben, Η διαμόρφωση της νεωτερικότητας. Οικονομία, κοινωνία, πολιτική, πολιτισμός, μτφρ. Θανάσης Τσακίρης, Βίκτωρ Τσακίρης, Αθήνα: Εκδ. Σαββάλας 2003.
Harvey, David, Η κατάσταση της μετανεωτερικότητας. Διερεύνηση των απαρχών της πολιτισμικής μεταβολής, επιμ. Χρήστος Δεμερτζόπουλος, μτφρ. Ελένη Αστερίου. Αθήνα: Εκδ. Μεταίχμιο 2009.
Interview for Woman's Own ("no such thing as society") | Margaret Thatcher Foundation
Olson, David R., Ο κόσμος πάνω στο χαρτί. Οι εννοιακές και νοητικές επιπτώσεις της γραφής και της ανάγνωσης, μτφρ. Ι. Φ. Βλαχόπουλος, επιμ. Τζέλα Βαρνάβα-Σκούρα, Αθήνα: Εκδ. Παπαζήση 2003.
Perniola, M., Η κοινωνία των ομοιωμάτων, μτφρ. Paola Caenazzo-Αδάλογλου, επιμ. Κ. Λιβιεράτος, Αθήνα: Εκδ. Αλεξάνδρεια 1991.
Steiner, G., Η σιωπή των βιβλίων, μτφρ. Σοφία Διονυσοπούλου, επίμετρο Μισέλ Κρεπύ, Αθήνα: Εκδ. Ολκός 2008.
Williams, R., Κουλτούρα και Ιστορία, εισ.- μτφρ. Β. Αποστολίδου, Αθήνα: Εκδ. Γνώση 1994.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου