Μια ερμηνεία του μύθου της γραφής. Μέρος Α΄ : Η γραφή ως καθρέφτης της ψυχής

 

Το βιβλίο του Θωθ


Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Πλάτων υπήρξε ακαταπόνητος συγγραφέας και μέγας μυθολόγος της κλασικής εποχής, γνήσια λογοτεχνική ιδιοφυΐα, αλλά και ένας βαθιά τραυματισμένος ψυχισμός. Ο πόνος και η οργή για τον άδικο χαμό του Σωκράτη ώθησαν τον Πλάτωνα όχι σε μια απλή εξιδανίκευση, αλλά σε μια συγχώνευση ταυτότητας που του επέτρεπε να παρουσιάζει τον δάσκαλό του ως προέκταση και αντανάκλαση του εαυτού του. Ο Πλάτων δεν μιμείται απλώς τον Σωκράτη, όπως κάνουν συνήθως οι μαθητές που θαυμάζουν υπερβολικά τους δασκάλους τους. Τον ενσωματώνει ως κάποιο είδος μετεμψύχωσης, ένα alter ego που μπορεί να χρησιμοποιήσει ως φερέφωνο των δικών του ιδεών. Εξιδανικεύοντας τον Σωκράτη ως διανοητικό, ηθικό και φιλοσοφικό πρότυπο, ο Πλάτων επιχειρεί να οικοδομήσει μια εξιδανικευμένη εικόνα του εαυτού του ως του μοναδικού «αληθινού» φιλοσόφου και της πλατωνικής φιλοσοφίας ως της μοναδικής «αληθινής» φιλοσοφίας. Είναι δύσκολο να πει κανείς αν αυτή η «χρήση» του Σωκράτη τιμά ή μειώνει τον παλιό δάσκαλο.

Η συστηματική συγγραφή διαλόγων στους οποίους ο Σωκράτης παρουσιάζεται να κατατροπώνει τους αντιπάλους του στις φιλοσοφικές διαμάχες δεν είναι ένα απλό λογοτεχνικό τέχνασμα, αλλά μια βαθιά ψυχική και πολιτική χειρονομία εκ μέρους του Πλάτωνα που παράγει τρία παράδοξα και λίγο πολύ αντιφατικά αποτελέσματα. Από τη μια μεριά, διασώζει τον Σωκράτη από τη λήθη μέσω της γραφής, την οποία όμως κατακρίνει ως ανεπαρκές μέσο αναπαράστασης της πραγματικότητας. Από την άλλη μεριά, κρύβει το πραγματικό πρόσωπο του Σωκράτη πίσω από μια σκηνοθετημένη παράσταση διαλόγου στην οποία συγγραφέας και πρωταγωνιστής είναι αδιαχώριστα το ίδιο πρόσωπο, το οποίο ασκεί απόλυτο έλεγχο στο νόημα του κειμένου. Ο Σωκράτης δεν είναι παρών, για να κάνει ερωτήσεις στον Πλάτωνα και να εκμαιεύσει την αλήθεια της ψυχής του. Είναι μόνον «ωσεί παρών» και υπερασπίζεται τον Πλάτωνα εναντίον των αντιπάλων του, όπως έκανε με τη δική του διαλεκτική και τη μέθοδο της «εις άτοπον απαγωγής» ο Ζήνων ο Ελεάτης για τον Παρμενίδη. Τέλος, ο Πλάτων δημιουργεί μια μανιχαϊστική διχοτομία ανάμεσα στον προφορικό και τον γραπτό λόγο, διχοτομία η οποία βρήκε τη συνέχειά της στον νεοπλατωνισμό, τον μεσαιωνικό χριστιανισμό και πολλούς μεταγενέστερους φιλοσόφους, από τον Ρενέ Ντεκάρτ και τον Ζαν-Ζακ Ρουσό μέχρι τον Φερντινάν ντε Σωσύρ.

Είναι γνωστό ότι ο Πυθαγόρας, ο Σωκράτης και ο Ιησούς δεν άφησαν πίσω τους γραπτά κείμενα. Και οι τρεις προτιμούσαν την προφορική διδασκαλία με παραβολές και προφητείες, εκφράζοντας μια παράδοση σύμφωνα με την οποία η αλήθεια δεν μπορεί να αποκαλυφθεί ανόθευτη παρά μόνο μέσα από τη βιωματική εμπειρία, την ενεργό παρουσία σε δημόσιους χώρους, την πρόσωπο με πρόσωπο συνάντηση και αναμέτρηση, την καθοδήγηση των αδαών και των πεπλανημένων προς την έξοδο από τον λαβύρινθο των ψυχικών τους παθών στο μονοπάτι της αρετής και της ένωσης με το θείο. Έτσι, τα λίγα που γνωρίζουμε για αυτούς προέρχονται από τις σωζόμενες καταγραφές μαθητών, ακολούθων και δοξογράφων πολλά χρόνια ή ακόμα και αιώνες μετά τον θάνατό τους.

Το παράδοξο είναι ότι, ενώ η συστηματική διδασκαλία των πλατωνικών διαλόγων μας έμαθε να μιλάμε για τον Σωκράτη σαν να γνωρίζουμε τα πάντα γύρω από αυτόν, στην πραγματικότητα δεν γνωρίζουμε παρά ένα σκηνοθετημένο «πλατωνικό» Σωκράτη, καταδικασμένο να μείνει άγνωστος για πάντα. Για το γνωστό και ως «σωκρατικό πρόβλημα», γράφουν οι Β. Κάλφας και Γ. Ζωγραφίδης:

Όσοι γνώρισαν τον Σωκράτη και θέλησαν να γράψουν για αυτόν το έκαναν μέσω της λογοτεχνίας. Ο Σωκράτης που όλοι γνωρίζουμε είναι ένα θεατρικό πρόσωπο. Είναι η κωμική καρικατούρα του σοφιστή στις Νεφέλες και η ηρωική μορφή του φιλοσόφου στους πλατωνικούς διάλογους. Ο πραγματικός Σωκράτης μένει πάντοτε κρυμμένος πίσω από μια μάσκα.

Αυτή η αδυναμία να ξεχωρίσουμε τον πραγματικό από τον πλατωνικό Σωκράτη γεννά αμφιβολίες, αποκαλύπτει αντιφάσεις και θέτει πλάι στο «σωκρατικό πρόβλημα» ένα αντίστοιχο «πλατωνικό πρόβλημα» που κατά κάποιο τρόπο αναιρεί τις επιφυλάξεις του Πλάτωνα για τη χρήση της γραφής. Αν ο Σωκράτης είχε αφήσει δικά του κείμενα, ο Πλάτων θα ήταν υποχρεωμένος να τον προσεγγίσει με διαφορετικό τρόπο, αφού θα υπήρχαν σαφή όρια ανάμεσα στη σωκρατική φιλοσοφία και τις πλατωνικές ερμηνείες της. Αυτό φέρνει στο επίκεντρο την αμφισημία της γραφής αφενός ως αναγκαίου μέσου για τη διατήρηση της γνώσης και αφετέρου ως εργαλείου παραποίησης των αρχικών ιδεών και της πραγματικότητας. Ο Πλάτων επιτρέπει στον εαυτό του και τα δύο: χρησιμοποιεί ένα μέσο που καταδικάζει για να διασώσει τον Σωκράτη από τη λήθη και ταυτόχρονα αναπλάθει τη φιλοσοφία του κατά τρόπο που να μην μπορεί να διαχωριστεί από την πλατωνική φιλοσοφία, η «αλήθεια» του Σωκράτη από την «επιθυμία» του Πλάτωνα.

Ως αποτέλεσμα αυτής της ψυχοδιανοητικής διαδικασίας, ο Πλάτων καταλήγει στην ίδια του την αυτοαναίρεση, διότι πώς αλλιώς μπορεί να εξηγηθεί το γεγονός ότι ένας πολυγραφότατος συγγραφέας σαν τον Πλάτωνα βάζει στα χείλη του Σωκράτη ένα μύθο που αποδοκιμάζει τη γραφή; Πόσο ειλικρινείς μπορούν να θεωρηθούν οι ανησυχίες του Πλάτωνα για την εκτεταμένη χρήση της γραφής; Μήπως έχουμε πράγματι να κάνουμε με ένα «διχασμένο ασυνείδητο», όπως ισχυρίζονται ορισμένοι θεωρητικοί της επικοινωνίας; Γράφει ο Walter J. Ong (σ. 28-29):

[…] η ομηρική Ελλάδα καλλιέργησε μια ποιητική και διανοητική αρετή που εμείς έχουμε θεωρήσει ελάττωμα […] η σχέση ανάμεσα στην ομηρική Ελλάδα και σε ό,τι αντιπροσώπευε η μεταπλατωνική φιλοσοφία, όσο κι αν επιφανειακά ήταν φιλική και συνεχής, ήταν στην πραγματικότητα βαθιά ανταγωνιστική, αν και συχνά όχι σ’ ένα συνειδητό επίπεδο. Η διαμάχη δίχασε και το ασυνείδητο του ίδιου του Πλάτωνα. […] η βαθιά εσωτερίκευση της αλφαβητικής εγγραμματοσύνης συγκρούστηκε για πρώτη φορά μετωπικά με την προφορικότητα. Και παρά την αμηχανία του Πλάτωνα, ούτε ο ίδιος ούτε κανείς άλλος την εποχή εκείνη είχε ή μπορούσε να έχει σαφή επίγνωση ότι συνέβαινε κάτι τέτοιο.

Και αλλού (σ. 242):

Ο Πλάτων δεν αντιλαμβανόταν συνειδητά την αντιπάθειά του για τους ποιητές ως αντιπάθεια προς την παλιά προφορική νοητική οικονομία, αλλά, όπως τώρα μπορούμε να δούμε, περί αυτού επρόκειτο. Ο Πλάτων ένιωθε αυτή την αντιπάθεια επειδή ζούσε σε μια εποχή που το αλφάβητο για πρώτη φορά εσωτερικεύτηκε αρκούντως ώστε να επιδράσει στην αρχαιοελληνική σκέψη συμπεριλαμβανομένης και της δικής του, μια εποχή στην οποία πρωτοεμφανίστηκαν οι υπομονετικά αναλυτικές, εκτενείς, γραμμικές νοητικές διαδικασίες, χάρη στους τρόπους επεξεργασίας των δεδομένων που επέτρεψε στον νου η εγγραμματοσύνη.

Στη θεωρία της επικοινωνίας, η εσωτερίκευση ενός νέου μέσου (π.χ. γραφή, τυπογραφία, τηλέγραφος, τηλέφωνο, ηλεκτρονικά μέσα κ.ά.) επηρεάζει τις νοητικές λειτουργίες, τροποποιεί δραστικά την ανθρώπινη συνείδηση, δημιουργεί νέους τρόπους σκέψης και συμπεριφοράς, ενώ παρεμβαίνει διαμεσολαβητικά μεταξύ της ατομικής και της συλλογικής ύπαρξης. Ωστόσο, παρόμοιες αναφορές πάσχουν από τη μονομέρεια της επιστημονικής εξειδίκευσης και εστιάζουν κατά κύριο λόγο στον δυτικό πολιτισμό, τον οποίο οι μεταφροϋδικές ψυχοδυναμικές προσεγγίσεις μελετούν χωρισμένο σε εξελικτικά στάδια ανάπτυξης ανάλογα με το μέσο επικοινωνίας που κυριαρχεί στο καθένα από αυτά ως ο θεμελιώδης θεσμός από τον οποίο πηγάζουν όλοι οι υπόλοιποι.

Παρά την κραυγαλέα απουσία αξιόπιστων εμπειρικών δεδομένων για την ανάπτυξη του πολιτισμού της γραφής από τον ένατο-όγδοο μέχρι τον πέμπτο-τέταρτο αιώνα π.Χ., η προσπάθεια να κατανοηθούν οι μετασχηματισμοί που επήλθαν στο νοητικό πεδίο με τη χρήση της γραφής ουσιαστικά ακολουθεί την ίδια μεθοδολογία που χρησιμοποιείται και για την κατανόηση της συμπεριφοράς του ενήλικου ατόμου, δίνοντας έμφαση στις εμπειρίες και τις μνήμες της πρώιμης παιδικής ηλικίας που έχει αποθηκεύσει στο ασυνείδητο. Με αφετηρία την αντίληψη ότι μεγάλο μέρος της ψυχικής ζωής είναι ασυνείδητη και ότι οι σκέψεις, τα συναισθήματα και τα κίνητρα των ανθρώπων είναι συχνά άγνωστα ακόμα και στους ίδιους, η αντιφατική στάση του Πλάτωνα απέναντι στη γραφή αποδίδεται σε ένα διχασμό του ασυνειδήτου του ανάμεσα στην προφορική παράδοση της παιδικής ηλικίας του πολιτισμού και τις νέες δυνατότητες που προσέφερε η αλφαβητική γραφή ως ένα τεχνούργημα που ώθησε τον πολιτισμό στο επόμενο στάδιο της εξέλιξής του.

Μπορούμε όμως να στερήσουμε το πλεονέκτημα της επίγνωσης από τον μεγαλύτερο φιλόσοφο στην ιστορία του δυτικού πολιτισμού; Αν αφεθούμε να παρασυρθούμε από τη θεωρία ότι ο Πλάτων ξεκίνησε την αντιμαχία ανάμεσα στον γραπτό και τον προφορικό λόγο, χωρίς να έχει πλήρη επίγνωση των αντιφάσεων που εμπεριείχε μια τέτοια αντιμαχία, ίσως καταλήξουμε να πιστεύουμε ότι ο Πλάτων έπασχε από κάποιο είδος ψυχικής διαταραχής, αφού και ο ίδιος δίδασκε ότι δύο πάθη ενάντια προς άλληλα φέρνουν στην ψυχή ανισορροπία. Αντιθέτως, πιστεύω ότι ο Πλάτων γνώριζε πολύ καλά ότι, χωρίς τη γραφή δεν θα μπορούσε να αναπτύξει τη φιλοσοφία του σε τέτοια έκταση, να καθορίσει τις αρχές της με τόση λεπτομέρεια, να αναλύσει τις έννοιες σε τέτοιο βάθος. Όσο εμπνευσμένος κι αν είναι, κανένας σοβαρός φιλόσοφος δεν μπορεί να κάνει κάτι τέτοιο μόνο με τον προφορικό λόγο.

Αν όμως είναι έτσι, γιατί χρειαζόταν ένα μύθο κατάκρισης της γραφής και μάλιστα αιγυπτιακής προέλευσης; Οι διαπολιτισμικές ανταλλαγές ιδίως μεταξύ Ελλήνων και Αιγυπτίων (αλλά και άλλων ανατολικών λαών) αποτελούν ένα τεράστιο κεφάλαιο στην ιστορία του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού. Εδώ, αρκεί να επισημάνουμε τον θαυμασμό πολλών αρχαίων Ελλήνων στοχαστών στον αιγυπτιακό πολιτισμό ως έναν αρχαιότερο πολιτισμό που μπορούσε να αποτελέσει πρότυπο ή/και μέτρο σύγκρισης για όλα εκείνα τα στοιχεία που πίστευαν ότι έλειπαν από τον ελληνικό πολιτισμό: ιστορική μνήμη, θρησκευτική ευλάβεια, πολιτική τάξη, σταθερή νομοθεσία, δομημένη παιδεία κ.ά. Στο πλαίσιο αυτό, ο αιγυπτιακός πολιτισμός αποτελούσε ένα σύμβολο αρχαίας σοφίας που ερχόταν σε αντίστιξη με την ελληνική ρευστότητα και πολιτισμική ανωριμότητα.

Παρ’ όλα αυτά, στον μύθο της γραφής συμβαίνει κάτι πραγματικά ριζοσπαστικό: Ο Θαμούς-Πλάτων αντιλέγει και ακυρώνει τη βούληση του θεού της σοφίας να προσφέρει τα δώρα του στην ανθρωπότητα! Για τους Αιγυπτίους, η ιερότητα της γραφής δεν έγκειτο μόνο στο ότι ήταν ένα θεϊκό δώρο που συνέδεε τον άνθρωπο με το θείο. Πίστευαν επίσης πως το γραπτό κείμενο ήταν αφενός εγγύηση αλήθειας με δύναμη και διάρκεια και αφετέρου εργαλείο εξουσίας που κατείχε η ιερατική τάξη των γραφέων. Ωστόσο, ο Θαμούς-Πλάτων αντιστρέφει αυτή την ιεραρχία και τοποθετεί στη θέση της θεϊκής αυθεντίας την αυθεντία του βασιλιά-φιλοσόφου ως του μόνου αρμόδιου να γνωρίζει τι είναι καλό ή κακό για τον άνθρωπο. Ο σκοπός του δεν είναι μόνο να απογυμνώσει τη γραφή από κάθε ίχνος ιερότητας, αλλά κυρίως να δηλώσει την αυτονομία της φιλοσοφίας ως διαδικασίας αναζήτησης της αλήθειας από κάθε είδος θεολογίας και μυθολογίας, έχοντας κατά νου κυρίως ποιητές σαν τον Όμηρο και τον Ησίοδο, οι οποίοι αποτελούσαν τη βάση της ελληνικής εκπαίδευσης.

Στο ελληνοποιημένο αυτό πλαίσιο, τη θέση του αιγυπτιακού ιερατείου των γραφέων καταλαμβάνουν αφενός ένα ιερατείο φιλοσόφων κατά το πυθαγόρειο πρότυπο και αφετέρου η ιεροποίηση της φιλοσοφίας ως θεόπνευστης γνώσης και αλήθειας, η οποία δεν πρέπει να είναι κοινό κτήμα των πολλών, αλλά αποκλειστικό προνόμιο των βασιλέων-φιλοσόφων. Η επίδραση του Πυθαγόρα και οι μονοθεϊστικές θρησκευτικές πεποιθήσεις του Πλάτωνα υπερβαίνουν τον σκοπό αυτού του κειμένου. Αρκεί να πούμε ότι στο έργο του Πλάτωνα θεοί και μύθοι έχουν πολύ συγκεκριμένη λειτουργία. Τους χρησιμοποιεί, αλλά δεν τους αφήνει ποτέ να έχουν την τελευταία λέξη. Στον μύθο της γραφής, ο θεός Θωθ εμφανίζεται όχι για να δοξαστεί ως αναντίρρητη αυθεντία, αλλά για να διαψευστεί και να ανατραπεί από τη φιλοσοφική κρίση. Η φιλοσοφία δεν σκύβει το κεφάλι μπροστά σε θεούς, αλλά κρίνει τα έργα τους και αυτονομιμοποιείται να κατηγορήσει τον θεό της σοφίας ότι κατασκεύασε μια ψευδαίσθηση σοφίας, μια εξωτερική τεχνική που δεν μπορεί να εγγυηθεί τίποτα, γιατί η αλήθεια δεν έρχεται απ’ έξω, αλλά ανακαλύπτεται με την επιμέλεια της ψυχής κι αυτό μπορεί να το κάνει μόνο η φιλοσοφία με τον ζωντανό λόγο.

Επιπλέον, ο διάλογος μεταξύ Θωθ και Θαμούς δεν είναι τυχαίος. Ως είδος γραφής, ο διάλογος  αναπτύχθηκε στην Αίγυπτο πολλούς αιώνες πριν τον υιοθετήσει ο Πλάτων. Ο δυτικός κόσμος εξοικειώθηκε με αυτή τη μορφή γραπτού λόγου μέσα από τα πλατωνικά κείμενα, στα οποία όμως ο διάλογος εξυπηρετούσε τελείως διαφορετικούς σκοπούς: αφενός να αποτυπώσει τη διαδρομή της διαλεκτικής μεθόδου προς την ανακάλυψη της αλήθειας στην ψυχή και αφετέρου να αναβιώσει μια φωνή του παρελθόντος που είχε χαθεί, μετατρέποντας την τελεσίδικη απουσία σε αιώνια ζωντανή παρουσία.

Ως δραματουργικό τέχνασμα, ο «διάλογος» της πλατωνικής διαλεκτικής ακολουθεί μια προδιαγεγραμμένη πορεία που ο Πλάτων-συγγραφέας και ο πλατωνικός Σωκράτης-πρωταγωνιστής γνωρίζουν εκ των προτέρων και την σταματούν στο σημείο που εκείνοι θέλουν να τελειώσει. Είναι χαρακτηριστική η σιωπή του Θωθ μετά τις επικρίσεις που δέχτηκε από τον Θαμούς. Δεν γνωρίζουμε αν ο θεός της σοφίας υπερασπίστηκε τις εφευρέσεις του, αν διαπραγματεύτηκε τη χρήση τους, αν απάντησε και τι απάντησε στον Θαμούς. Το μόνο που ακούγεται μετά το λογύδριο του Θαμούς είναι η σιωπή της υποταγής, διότι ο Πλάτων δεν αντέχει τον αντίλογο. Δεν είναι ένας ταπεινός αναζητητής της γνώσης και της αλήθειας και δεν συζητά για να μάθει από τους άλλους, διότι πιστεύει ότι ήδη γνωρίζει τα πάντα ή τουλάχιστον αυτή την εικόνα θέλει να παρουσιάζει στους αντιπάλους του. Ο Πλάτων καταδέχεται να συνομιλήσει μόνο για να διδάξει και να καθοδηγήσει, χρησιμοποιώντας τους άλλους ως υλικό παιδαγωγικής επεξεργασίας. Όμως, έτσι η διαλεκτική παύει να είναι διάλογος και γίνεται αφορισμός.

Αν ο θεός Θωθ κατασκεύασε μια ψευδαίσθηση σοφίας, ο Πλάτων κατασκευάζει με τη σειρά του μια ψευδαίσθηση ζωντανού διαλόγου στον οποίο πρωταγωνιστεί ο πλατωνικός Σωκράτης. Ως καθοδηγητής της σκέψης των εξ ορισμού διαφωνούντων συνομιλητών του, ο πλατωνικός Σωκράτης επιδεικνύει τη θεόπνευστη ευφυΐα του με την επινόηση διαφόρων ρητορικών ευρημάτων (συμπεριλαμβανομένων των μύθων), τα οποία δεν απέχουν πολύ από τα σοφίσματα των Σοφιστών και τα οποία προσπαθούν να πείσουν τους συνομιλητές του ότι δεν γνωρίζουν πραγματικά αυτό που νομίζουν ότι γνωρίζουν.

Στην αρχή, ο πλατωνικός Σωκράτης τους αφήνει να εκφράσουν ελεύθερα τις απόψεις τους, αρνούμενος να μιλήσει ο ίδιος ή προσποιούμενος ότι έχει πλήρη άγνοια («έν οίδα ότι ουδέν οίδα») για το θέμα της συζήτησης. Αυτή είναι η περίφημη «ειρωνεία» με την οποία ο πλατωνικός Σωκράτης ισχυρίζεται το αντίθετο από αυτό που προτίθεται να κάνει αμέσως μετά, δηλαδή να αναιρέσει μία προς μία τις δόξες ή, μάλλον, τις ανυπόστατες δοξασίες των συνομιλητών του με μακρηγορίες και στοχευμένες ερωτήσεις, τις οποίες θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε «ρητορικές» με την έννοια ότι δεν επιδέχονται απάντηση ή αμφισβήτηση. Στους περισσότερους διαλόγους, αυτές οι μονολογικές μακρηγορίες δεν αφήνουν κανένα περιθώριο αντίστασης ή διαφωνίας, κανένα ανοικτό ενδεχόμενο να έχει κάποιο δίκιο και ο άλλος. Στις δε ερωτήσεις οι συνομιλητές του πλατωνικού Σωκράτη απαντούν συνήθως μονολεκτικά και επιβεβαιωτικά («ναι», «βεβαίως», «έτσι είναι»), χωρίς να εκφράζουν απόψεις, επιφυλάξεις, αμφιβολίες ή αντιρρήσεις και χωρίς καν να περιγράφουν τη διαδρομή που ακολούθησε η σκέψη τους μέχρι να φτάσουν σε αυτή την κατάφαση.

Στον Φαίδρο, η διαδικασία αυτή καταλήγει στον ομόφωνο υποβιβασμό της γραφής σε μια «βάναυση» τέχνη που ταίριαζε μόνο στους χειρώνακτες των κατώτερων τάξεων. Αυτός ο σαφής ταξικός διαχωρισμός στηρίζεται κυρίως στην υλική υπόσταση της γραφής, στα υλικά μέσα που χρησιμοποιούν οι συγγραφείς (πάπυρο, γραφίδα, μελάνι κ.ά.) και καθιστούν τη γραφή μια «αφύσικη» και πρόχειρη κατασκευή χωρίς διάρκεια στο χρόνο (σαν το μελάνι που σβήνει στο νερό), σε αντίθεση με τη «φυσική» προφορική ομιλία που εμφυτεύει τις ιδέες στην ψυχή, όπου μένουν για πάντα ως μνήμες. Η γραφή δεν υπάρχει στη φύση των πραγμάτων και των έμβιων όντων (ανθρώπων και ζώων), στην οποία υπάρχει μόνον η φωνή και η ανθρώπινη ομιλία που πηγάζουν από την ψυχή. Ως εκ τούτου, η γραφή ανήκει στον κατώτερο κόσμο των αισθήσεων και όχι στον ανώτερο κόσμο των μεγάλων ιδεών. Ο γραπτός λόγος δεν μπορεί να κάνει τίποτα άλλο παρά μόνο να μιμείται και να αναπαριστά τον προφορικό λόγο. Δεν είναι παρά μια μιμητική τέχνη παρόμοια με τη ζωγραφική: αναπαριστά τις λέξεις, αλλά δεν μπορεί να αναπαραστήσει την «προσλεκτική» δύναμη του προφορικού λόγου, όπως για παράδειγμα τον τόνο της φωνής ή τις εκφράσεις του προσώπου που υποδεικνύουν στους ακροατές τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να προσλάβουν αυτό που εκφέρει ο ομιλητής.

Αντλώντας τα επιχειρήματά του από τις καθημερινές ανθρώπινες δραστηριότητες και την εργασία των απλών βιοπαλαιστών (π.χ. του γεωργού), ο πλατωνικός Σωκράτης επιχειρεί να δείξει ότι οι γόνοι των επιφανών οικογενειών που απευθύνονται στους Σοφιστές, για να λάβουν ανώτερη μόρφωση και να ασχοληθούν με την πολιτική, έχουν απομακρυνθεί από τον πατροπαράδοτο τρόπο ζωής, ο οποίος βρισκόταν πιο κοντά στους θεούς, το φυσικό περιβάλλον και τις κληρονομημένες από τις προηγούμενες γενιές γνώσεις και παραδόσεις. Ο βομβαρδισμός με σχετικές ερωτήσεις αποσκοπεί να ενεργοποιήσει το λογικό μέρος της ψυχής, ώστε ο σκεπτικιστής συνομιλητής να οδηγηθεί βήμα προς βήμα στην ανασκευή των αρχικών του θέσεων και στην αναμφίβολη προσχώρησή του στην «αλήθεια» της επιχειρηματολογίας του πλατωνικού Σωκράτη, η οποία αντλεί τη λογική της από τη «φύση» των πραγμάτων και των έμβιων όντων. Με αυτόν τον τρόπο, ο κατευθυνόμενος από τον φιλόσοφο-διδάσκαλο υποτιθέμενος διάλογος αποδεικνύει τη σαθρότητα των γνώσεων και των επιχειρημάτων των συνομιλητών του και τους αφήνει με την εντύπωση ότι έφτασαν μόνοι τους και με επαγωγικό τρόπο (από το ειδικό στο γενικό) στην «αλήθεια» που βρίσκεται κρυμμένη μέσα στην ψυχή τους, αλλά την έχουν ξεχάσει διαβάζοντας τους παραπλανητικούς λόγους αδαών λογογράφων.

Για την ακρίβεια, δεν πρόκειται μόνο για την ανάκληση κάποιας ξεχασμένης «αλήθειας». Ο πλατωνικός Σωκράτης παίζει για τους συνομιλητές του τον ρόλο της ηθικής τους συνείδησης και, στο σημείο αυτό, η υπεροψία του φιλοσόφου-δασκάλου δεν εξυπηρετεί μόνο τη φιλοσοφική καταδίκη της γραφής, αλλά αποτελεί αυτό καθαυτό το ψυχικό και πολιτικό υπόστρωμα της πλατωνικής διαλεκτικής. Η «αλήθεια» αποκαλύπτεται σταδιακά και μόνον εφόσον έχει επιτευχθεί προηγουμένως ο απόλυτος ορισμός αντιθετικών ηθικών εννοιών, όπως το δίκαιο και το άδικο, το καλό και το κακό, το σωστό και το λάθος, η ομορφιά και η ασχήμια, η σύνεση και η μωρία κ.ά., με κριτήρια τα οποία θεωρούνται κοινά για όλους τους ανθρώπους, ανεξάρτητα από τις περιστάσεις της εξωτερικής πραγματικότητας. Με αυτόν τον τρόπο, η «αλήθεια» που αποκαλύπτεται δεν μπορεί παρά να γίνεται πιστευτή και αποδεκτή ως μια αλήθεια καθολική, αντικειμενική, μη αναιρέσιμη και αιώνια σαν την αθάνατη ψυχή.

Στο πλαίσιο αυτής της σκηνοθεσίας, ανάλογες ηθικές διαστάσεις προσλαμβάνει και η γραφή: έχει «κακά» αποτελέσματα όταν τη χρησιμοποιούν οι δοκησίσοφοι και «καλά» αποτελέσματα όταν τη χρησιμοποιεί ο Πλάτων, ακόμα και στις περιπτώσεις που αποφεύγει να δεσμευτεί με τη διατύπωση κάποιας συγκεκριμένης θέσης ή αφήνει το ζήτημα ανοικτό για να επανέλθει σε κάποιον άλλο διάλογο ή αδυνατεί να καταλήξει σε έναν απόλυτο ορισμό και καταφεύγει στον συμβολισμό του μύθου. Σε αντίθεση με όσα ισχυρίζεται στον Φαίδρο, ο Πλάτων δεν χρησιμοποιεί τη γραφή μόνον ως απλή υπόμνηση αλλά ως το κύριο εργαλείο με το οποίο δοκιμάζει και επεξεργάζεται τη διαλεκτική του, την οποία διαμορφώνει πρόταση με πρόταση καθώς γράφει, φτάνοντας ενίοτε ακόμα και σε αδιέξοδα. Στον Θεαίτητο, για παράδειγμα, κρίνει ως ανεπαρκείς και τις τρεις θέσεις που διατυπώθηκαν γύρω από το ερώτημα «τι είναι η γνώση;» και αφήνει το ζήτημα ανοικτό. Το ίδιο συμβαίνει και στους Νόμους, έργο ωριμότητας από το οποίο απουσιάζει ο πλατωνικός Σωκράτης και το οποίο γράφτηκε σε μια εποχή που η φιλοσοφία του Αριστοτέλη είχε αρχίσει να κερδίζει έδαφος, ίσως και μεγαλύτερο από εκείνο της πλατωνικής φιλοσοφίας.

Μήπως όμως πρέπει να στρέψουμε την προσοχή μας και προς άλλες κατευθύνσεις;

Η συνέχεια στο Μέρος Β΄: Η γραφή ως καθρέφτης της πόλης






Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Πλάτωνος, "Φαίδρος": Ο μύθος της γραφής

Σοφιστές: Οι «παρεξηγημένοι» της ιστορίας

Μύθος και Λόγος