Συγγραφείς και καλλιτέχνες: Βίοι παράλληλοι. Μέρος Α΄: Από την αρχαιότητα μέχρι τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο

 


Το πάθος της δημιουργίας, Λεονίντ Παστερνάκ (1862–1945) 


Στην ιστορία, συγγραφείς και καλλιτέχνες μιλούν ο καθένας με τη δική του νοηματική γλώσσα, χρησιμοποιεί τα δικά του εκφραστικά εργαλεία και τραβά τον δικό του δρόμο στην τέχνη και τον πολιτισμό. Ωστόσο, έχουν κοινές ιστορικές εμπειρίες και βρέθηκαν πολλές φορές να πολεμούν μαζί τους ίδιους εσωτερικούς και εξωτερικούς εχθρούς.

Στους πλατωνικούς διαλόγους, η παρομοίωση της γραφής με τη ζωγραφική επιχειρεί να αποδώσει στη γραφή τον άξεστο χαρακτήρα που την εποχή εκείνη ταίριαζε μόνο στους χειρώνακτες των κατώτερων τάξεων. Για τον κατά τα άλλα πολυγραφότατο Πλάτωνα, στη διδασκαλία της φιλοσοφίας δεν ταίριαζε παρά μόνον ο προφορικός λόγος, ενώ η χρησιμότητα του γραπτού λόγου περιοριζόταν στην υπόμνηση και τη διατήρηση των πεπραγμένων στη μνήμη. Αλλά και η εκδίωξη των ποιητών και των καλλιτεχνών από την ουτοπική πλατωνική Πολιτεία περιγράφεται με τέτοιο μένος που μόνον ένα ολοκληρωτικό καθεστώς θα μπορούσε να επιδείξει απέναντι στο θέατρο και τη λογοτεχνία. Οι «βάναυσες τέχνες» μπορούσαν να γίνουν «καλές τέχνες» με την υποστήριξη της Πολιτείας, μόνον εφόσον ήταν πρόθυμες να μεταδίδουν τις ιδέες των βασιλέων-φιλοσόφων, των μόνων άξιων να κυβερνούν.

Ο Πλάτων πίστευε ότι συγγραφείς και καλλιτέχνες ήταν απλοί μιμητές των φαινομένων μιας κατώτερης πραγματικότητας με κακή επίδραση στα ασθενέστερα τμήματα της ψυχής, η οποία έτσι εμποδιζόταν να ανέλθει στην ανώτερη σφαίρα των υψηλών ιδεών. Αντίθετα, ο Αριστοτέλης πίστευε ότι οι ποιητικές και καλλιτεχνικές μιμήσεις αποτελούσαν μια φυσική και αναγκαία μαθησιακή διαδικασία, ανάλογη με τα μιμητικά παιχνίδια που παίζουν τα παιδιά, για να ανακαλύψουν τον κόσμο και το νόημα των πραγμάτων. Με την έννοια αυτή, η μίμηση συνιστούσε μια ανώτερη μορφή μάθησης, στον βαθμό που μπορούσε να οδηγήσει σε καθολικές διατυπώσεις, δηλαδή σε γενικές αλήθειες για την ανθρώπινη φύση. Για τον λόγο αυτό, άλλωστε, ο Αριστοτέλης θεωρούσε τους μυθολόγους ως «φιλοσόφους» και την ποίηση «φιλοσοφικότερη» από την ιστορία, η οποία περιοριζόταν στην απλή καταγραφή των γεγονότων.

Κατά την ελληνιστική και ρωμαϊκή περίοδο διαμορφώθηκε ένα νέο πολιτιστικό υπόδειγμα, ευνοημένο από την πολυπολιτισμική οργάνωση των πόλεων και ένα αντίστοιχο άνοιγμα του εμπορίου στη διεθνή αγορά της εποχής. Στις νέες κοινωνικές συνθήκες, η νοσταλγία για τα πολιτιστικά επιτεύγματα του παρελθόντος προσέδωσε στα βιβλία και τα έργα τέχνης τον χαρακτήρα των πολύτιμων συλλεκτικών αντικειμένων. Η διακίνησή τους συνδέθηκε με την επιθυμία και τον ανταγωνισμό των ηγεμόνων να προβάλουν την εικόνα των φιλόμουσων, με αποτέλεσμα την εμφάνιση του νέου κοινωνικού τύπου του συλλέκτη, τη συγκρότηση δημόσιων και ιδιωτικών συλλογών τέχνης και την ίδρυση μεγάλων βιβλιοθηκών, όπως για παράδειγμα οι βιβλιοθήκες της Αλεξάνδρειας και της Περγάμου. Παρ’ όλα αυτά, η νέα κουλτούρα δεν άλλαξε σημαντικά την κοινωνική θέση των συγγραφέων και των καλλιτεχνών της εποχής. Όπως παρατήρησε ο στωικός φιλόσοφος Σενέκας, οι άνθρωποι θαύμαζαν τα έργα, αλλά περιφρονούσαν τους δημιουργούς τους για τους οποίους δεν γνώριζαν απολύτως τίποτα.

Κατά τον χριστιανικό Μεσαίωνα, ο θεολόγος και ο υμνογράφος αντικατέστησαν τον φιλόσοφο και τον ποιητή της αρχαιότητας. Αυτοί ήταν τώρα οι νέες «αυθεντίες» που κατείχαν τη γνώση του Θεού και εξυμνούσαν την παντοδυναμία του. Στην αρχαία μυθολογία, η αυθεντία είχε μεταφυσικό περιεχόμενο και αναφερόταν στη μυστηριώδη δύναμη των θεών και των ηρώων να επιβάλλουν τη βούλησή τους στον κόσμο των θνητών. Η αντίληψη αυτή μεταφέρθηκε στη χριστιανική μυθολογία ως η δύναμη των αγγέλων και των αγίων να κάνουν «θαύματα». Η αρχή έγινε με τις Επιστολές του Αποστόλου Παύλου, τα προσηλυτιστικά και προπαγανδιστικά κείμενα της πρωτοχριστιανικής περιόδου, τα οποία γράφτηκαν με την πεποίθηση ότι οι λέξεις τους μπορούσαν να μεταμορφώσουν τις συνειδήσεις και τις ζωές των ανθρώπων. Ακολούθησαν τα κείμενα των Πατέρων της Εκκλησίας στον αντίποδα της προφορικότητας του Ιησού και των ερημιτών-προφητών, οι οποίοι έφριτταν με όσους έγραφαν και μελετούσαν βιβλία και τους καλούσαν να μετανοήσουν. Παρ’ όλα αυτά, τα μοναστηριακά εργαστήρια αναπαραγωγής χειρογράφων και κλασικών κειμένων έδωσαν νέα πνοή στο πανάρχαιο επάγγελμα του αντιγραφέα, το οποίο διατηρήθηκε μέχρι τη διάδοση της τυπογραφίας.

Η στάση της Εκκλησίας απέναντι στην ανάγνωση υπήρξε διφορούμενη. Η ανάγνωση της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης από τους πιστούς θεωρήθηκε αναποτελεσματικός τρόπος κατήχησης σε σχέση με τα κηρύγματα από τον άμβωνα και τις προφορικές ηθικές παραινέσεις των ποιμένων προς το ποίμνιο. Η μελέτη των ιερών κειμένων περιορίστηκε στον κύκλο των αναγνωρισμένων αυθεντιών στην ερμηνευτική θεολογία, όπως άλλωστε και η καθαυτή πράξη της συγγραφής, η οποία απαιτούσε πνευματική καλλιέργεια, διανοητικό μόχθο και υψηλό θρησκευτικό φρόνημα. Ο συγγραφέας-αυθεντία διαχωρίστηκε και απομονώθηκε από το πλήθος των αναλφάβητων και των ημιμαθών. Η εξουσία του κλήρου δεν επιδεχόταν προκλήσεις και αντιλογίες.

Όταν τον 12ο μ.Χ. αιώνα οι χριστιανοί λόγιοι ανακάλυψαν το αρχαίο ελληνορωμαϊκό παρελθόν, μαζί με την Ποιητική Τέχνη του αρχαίου Ρωμαίου λυρικού ποιητή Οράτιου επανήλθε στο προσκήνιο η πλατωνική παρομοίωση της γραφής με τη ζωγραφική: «σαν τη ζωγραφική η ποίηση» («ut picture poesis»), έγραφε ο Οράτιος τον πρώτο προχριστιανικό αιώνα. Η μετατροπή της θεολογικής παράδοσης σε τέχνη (ζωγραφική, γλυπτική, αρχιτεκτονική) άνοιξε τον δρόμο για τη μετάβαση από τον λογοκεντρικό πολιτισμό της αρχαιότητας στον οπτικοποιημένο πολιτισμό της Αναγέννησης. Το κανάλι της ακοής μέσα από το οποίο ο προφορικός λόγος διοχέτευε στην ψυχή τις υψηλές ιδέες και τον λόγο του Θεού παραχώρησε μεγάλο μέρος της κυριαρχίας του στην όραση ως την κύρια αίσθηση με την οποία ο άνθρωπος θα προσλάμβανε στο εξής τις αναπαραστάσεις του επίγειου και του ουράνιου κόσμου, την ανομία της αμαρτίας, τη φρίκη της Κόλασης και την αιώνια ευτυχία του Παραδείσου. Στο νέο πολιτιστικό υπόδειγμα που είχε αρχίσει να διαμορφώνεται, θεολόγοι και υμνογράφοι ασκούσαν μια αυστηρή και σχολαστική εποπτεία στο πλήθος των ανώνυμων τεχνιτών-καλλιτεχνών που αναλάμβαναν να μεταφέρουν τους θεολογικούς οραματισμούς από το χαρτί στην πέτρα και στους τοίχους των περίτεχνων καθεδρικών ναών.

Η Αναγέννηση έπλασε ένα «νέο άνθρωπο» («homo nuevo») που συναγωνιζόταν σε φαντασία και δημιουργικότητα τον Θεό-Δημιουργό του σύμπαντος κόσμου, αντλώντας έμπνευση από τα μυστικιστικά ιδεώδη του νεοπλατωνισμού και θεωρώντας τον εαυτό του αντάξιο δημιουργό επί της γης. Ο «νέος άνθρωπος» άφησε πίσω του την παραδοσιακή μεσαιωνική θεματολογία και άρχισε να κατασκευάζει νέους ψευδαισθητικούς χώρους πάνω στους οποίους προβάλλονταν αλληγορικές εικόνες του κόσμου. Απελευθερωμένοι από τους περιορισμούς των μεσαιωνικών μοναστηριών, πανεπιστημίων και συντεχνιών, οι καλλιτέχνες βρήκαν τη θέση τους στις πριγκιπικές αυλές με προνόμια αντάξια της μεγαλοφυΐας τους, ενώ οι ουμανιστές συγγραφείς ανέλαβαν τη μελέτη, διόρθωση, σχολιασμό και μετάφραση της αρχαίας γραμματείας στις εθνικές γλώσσες.

Η μετάβαση αυτή ολοκληρώθηκε τον 18ο αιώνα με τη βοήθεια των νέων θεσμών που δημιουργήθηκαν: πριγκιπική πατρωνία, χορηγίες από πλούσιους αστούς, επιστημονικές εταιρείες, ακαδημίες των γραμμάτων και των τεχνών, δημόσιες εκθέσεις και παρουσιάσεις. Η τυπογραφία συνέβαλε στη διάδοση των έργων έξω από τα τείχη των πόλεων και στη δημιουργία δικτύων επικοινωνίας μεταξύ ομοτέχνων από διάφορες χώρες. Ο ανώνυμος και περιφρονημένος γραφιάς και πολυτεχνίτης της αρχαιότητας και του Μεσαίωνα έγινε επώνυμο δημόσιο πρόσωπο, θεωρητικός της τέχνης και της λογοτεχνίας, συγγραφέας πραγματειών, ακαδημαϊκός, φιλόσοφος, διανοούμενος, κοσμοπολίτης.

Στις νέες συνθήκες, το έργο δεν υπήρχε πια χωρίς τον δημιουργό του. Συγγραφείς και καλλιτέχνες άρχισαν να μοιράζονται με τους θεολόγους την έννοια της «αυθεντίας» ως μια βαθιά γνώση δυνάμει της οποίας μπορούσαν να ασκήσουν με την τέχνη τους μια ισχυρή κοινωνική επίδραση ή ακόμα και μια μορφή εξουσίας. Με αυτή την έννοια, συγγραφείς και καλλιτέχνες άρχισαν να θεωρούνται «ένθεοι», προικισμένοι με μεταφυσικές δυνάμεις που τους επέτρεπαν να οραματίζονται και να επιτελούν «το θαύμα της δημιουργίας» με «ενθουσιασμό», δηλαδή με την πνοή του Θεού. Στην πραγματικότητα, όμως, η κοινωνική θέση των συγγραφέων και των καλλιτεχνών δεν αντιστοιχούσε πάντα στην αυθεντία, στο βαθμό πνευματικότητας ή στην ποιότητα των έργων τους, αλλά καθοριζόταν από τις ιστορικές αλλαγές, τους κοινωνικούς μετασχηματισμούς και το θεσμικό πλαίσιο της εκάστοτε εποχής.

Από τον νεοπλατωνικό ενθουσιασμό της Αναγέννησης διαμορφώθηκαν τέσσερα ρεύματα που σηματοδότησαν τη μετάβαση από τη μιμητική τέχνη στην έννοια της πρωτότυπης δημιουργίας:
  • Η τέχνη είναι μια εσωτερική διεργασία και μια μορφή αποκάλυψης του πνεύματος του Θεού με αλληγορική ή συμβολική χροιά. 
  • Η τέχνη ενσαρκώνει την υψηλή ιδέα του «ωραίου». 
  • Η τέχνη είναι μια ηθικολογική και διδακτική εξιδανίκευση που δείχνει τη φύση των πραγμάτων όχι όπως είναι, αλλά όπως θα έπρεπε να είναι. 
  • Η τέχνη είναι το δημιούργημα του ανθρώπου, όπως η φύση είναι το δημιούργημα του Θεού.
Στα έργα της Αναγέννησης, τα ρεύματα αυτά είναι αξεδιάλυτα πλεγμένα μεταξύ τους και με διάφορες τάσεις της χριστιανικής παράδοσης, συνοδευόμενες συχνά με πραγματικές ή πλαστές αναφορές στον Πλάτωνα, τον Αριστοτέλη, τον Πλωτίνο και τον Οράτιο. Σε μια προσπάθεια να αποστασιοποιηθεί τόσο από τη χριστιανική παράδοση όσο και από τον τυπικό κλασικιστικό σχολαστικισμό του Ουμανισμού, ο Διαφωτισμός ανέδειξε την «ιδιοφυΐα» του μοντέρνου δημιουργού, τα έργα του οποίου έπρεπε να εμπνέονται από τον ορθό λόγο, να αποτυπώνουν τις κοινωνικές συνθήκες της δικής του εποχής και να μεταδίδουν τις νέες αντιλήψεις για τον άνθρωπο και τον πολιτισμό, όπως απέρρεαν από τις ραγδαίες εξελίξεις σε όλους τους κλάδους της επιστήμης. Η κλασική αρχαιότητα συνέχισε να ασκεί μια αδιαμφισβήτητη γοητεία στο φαντασιακό των διανοουμένων, ωστόσο τα έργα τους ήταν κατά κύριο λόγο υβριδικά και απέβλεπαν αφενός στην κινητοποίηση της ευαισθησίας και αφετέρου στη διαπαιδαγώγηση του ευρωπαϊκού φιλόμουσου κοινού στη νέα ηθική και αισθητική του Διαφωτισμού.

Τον δέκατο ένατο αιώνα, διαμορφώθηκαν δύο αντίρροπες τάσεις: η εναντίωση στον ορθολογισμό του Διαφωτισμού και, στον αντίποδα, η αυξανόμενη συντηρητικοποίηση των θεσμών από μια καπιταλιστική αστική τάξη που γιόρταζε τους θριάμβους της επί της αριστοκρατίας. Οι ρομαντικοί συγγραφείς και καλλιτέχνες βίωναν τους ορθολογικούς κανόνες που είχαν επιβληθεί στο έργο της δημιουργίας ως τροχοπέδη στη φαντασία και τον αυθορμητισμό. Διεκδικώντας την ανεξαρτησία της τέχνης και της λογοτεχνίας από τη ηγεμονία του εκάστοτε θεσμικού πλαισίου, διακήρυτταν την πίστη τους στις προσωπικές τους δυνατότητες να καθορίσουν οι ίδιοι την ατομική τους πορεία με ελεύθερες επιλογές και πειραματισμούς. Οι περισσότεροι προέρχονταν από την αστική τάξη και, κατά κάποιο τρόπο, η κριτική τους συντονιζόταν με την αστική αντίληψη ότι το να είσαι «κάποιος» εξαρτάται από τον τρόπο που χειρίζεσαι τις προσωπικές σου υποθέσεις. Από την άλλη μεριά, όμως, απεχθάνονταν τις αστικές κοινωνικές συμβάσεις που κυριαρχούσαν στην προσωπική τους ζωή, την επαγγελματική τους σταδιοδρομία και την υπαγωγή των έργων τέχνης και λογοτεχνίας στους νόμους της αγοράς και των επιχειρήσεων.

Η άρνηση της συναλλαγής με την εξουσία ήταν επαναστατική και συναρπαστική, αλλά είχε ποικίλες συνέπειες στον τρόπο ζωής και την ψυχική κατάσταση των δημιουργών. Όσοι μπόρεσαν να συγκροτήσουν ευρύτερες ομάδες και να απευθυνθούν απευθείας στο κοινό διέρρηξαν οριστικά τη σχέση τους με το αστικό κατεστημένο. Άλλοι βυθίστηκαν σε μια απομόνωση που, την εποχή της βιομηχανικής ανάπτυξης και της πληθυσμιακής έκρηξης των αστικών κέντρων, βιώθηκε με δραματικό τρόπο.

Οι «καταραμένοι ποιητές», όπως έμειναν στην ιστορία, ζούσαν μια μποέμικη ζωή έξω από την κοινωνία, παραδομένοι στο αλκοόλ, τα ναρκωτικά, τη βία, το έγκλημα, τη σύφιλη, την τρέλα, την αυτοκτονία. Πέθαιναν πολύ νέοι, αφού είχαν ζήσει μια αλλόκοτη ζωή αφόρητης υπαρξιακής μοναξιάς στην οποία η συγγραφική και καλλιτεχνική ιδιοφυΐα έμοιαζε περισσότερο με καταδίκη παρά με παρηγοριά. Ο ρεαλισμός και ο νατουραλισμός προσπαθούσαν να τους συνετίσουν και να τους προσγειώσουν στην πραγματικότητα, επικαλούμενοι επιστημονικές θεωρίες και τεκμήρια. Όμως, οι ρομαντικοί επέμεναν ότι η πνευματικότητα, η φαντασία και το όνειρο αποτελούσαν αναπόσπαστο μέρος της καλλιτεχνικής και λογοτεχνικής δημιουργίας. Πώς μπορούσαν να ενσωματωθούν στην κοινωνική τάξη από την οποία προέρχονταν και τις αξίες της οποίας απεχθάνονταν, χωρίς να προδώσουν τον εαυτό τους και να υποταχτούν στους νόμους της αγοράς;

Η συνέχεια στο Μέρος Β΄: Από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο μέχρι σήμερα...




Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Πλάτωνος, "Φαίδρος": Ο μύθος της γραφής

Σοφιστές: Οι «παρεξηγημένοι» της ιστορίας

Μύθος και Λόγος