Μια ερμηνεία του μύθου της γραφής. Μέρος Γ΄ : Η γραφή ως καθρέφτης της σύγχρονης εποχής

 

Μια ψυχεδελική αναπαράσταση του Θωθ - Παραγωγή ΤΝ


… συνέχεια από το Μέρος Β΄: Η γραφή ως καθρέφτης της πόλης

Η εφεύρεση της γραφής αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα ορόσημα στην ιστορία της ανθρωπότητας, καθώς επέφερε επαναστατικές αλλαγές στην οργάνωση των κοινωνιών, τον τρόπο επικοινωνίας, την καταγραφή, μετάδοση και διατήρηση της γνώσης, την ανάπτυξη της επιστήμης και της τεχνολογίας, καθώς και την ανάπτυξη σύνθετων πολιτισμών. Αυτή καθαυτή η συστηματική μελέτη του παρελθόντος, η επιστήμη της ιστορίας και η ιστοριογραφία έγιναν εφικτές από τη στιγμή που άρχισαν να εμφανίζονται γραπτές πηγές, σε αντίθεση με την «προϊστορία», η οποία αναφέρεται σε εποχές πριν από τη γραφή και σε προφορικές κοινωνίες, για τις οποίες γνωρίζουμε μόνον από τα αρχαιολογικά ευρήματα, τον υλικό πολιτισμό και τη μυθολογία. Ωστόσο, η μετάβαση από τον προφορικό στον γραπτό πολιτισμό υπήρξε σταδιακή και διόλου καθολική, καθώς οι δύο μορφές πολιτισμού συνεχίζουν να συνυπάρχουν μέχρι σήμερα, εξυπηρετώντας διαφορετικές κοινωνικές ανάγκες και λειτουργίες.

Θεωρητικά, η γραφή ανήκει στις τεχνολογικές εφευρέσεις ο πρωταρχικός σκοπός των οποίων υπήρξε εξαρχής η προσαρμογή των ανθρώπων στο περιβάλλον και η επίλυση πρακτικών προβλημάτων, συνδυάζοντας γνώσεις, υλικά μέσα (π.χ. εργαλεία) και άυλα στοιχεία (π.χ. μεθόδους). Ως τεχνολογία που άρχισε να εφαρμόζεται σε όλο και περισσότερους τομείς της κοινωνικής οργάνωσης (π.χ. διοίκηση, νομοθεσία, οικιακή διαχείριση, χερσαίες και θαλάσσιες εμπορικές συναλλαγές, επιστήμη, λογοτεχνία κ.ά.), η γραφή ανέπτυξε ιδιότητες που σταδιακά κατέστησαν γνώσεις και ιδέες διαθέσιμες σε ανθρώπους και πολιτισμούς πέρα από τον χώρο και τον χρόνο.

Παρά το γεγονός ότι στην κλασική Αθήνα του πέμπτου και του τέταρτου προχριστιανικού αιώνα η γραφή δεν είχε γνωρίσει ακόμα την ευρεία διάδοση που θα γνωρίσει κατά την ελληνιστική και τη ρωμαϊκή περίοδο, ο Πλάτων είχε τη διορατικότητα να αντιληφθεί ότι η χρήση της γραφής αποτελούσε μια τεχνολογική τομή που θα άλλαζε τα πάντα. Στον Φαίδρο, εκφράζει κυρίως ηθικές, γνωσιολογικές και παιδαγωγικές ανησυχίες για την επιβλαβή επίδραση της γραφής στη μνήμη, τη μάθηση και τη διδασκαλία, εστιάζοντας την κριτική του στο γεγονός ότι η γραφή δεν είναι ζωντανός λόγος, αλλά αποτελεί μια στατική τεχνική κατασκευή που μιμείται τον ζωντανό λόγο, χωρίς να μπορεί να διεισδύσει στην ψυχή του αποδέκτη της, για να μεταδώσει γνώση και αλήθεια.

Η ευρεία αποδοχή των πλατωνικών ιδεών, η διάδοσή τους από τα εκπαιδευτικά συστήματα των δυτικών χωρών και η συμβολή τους στη γενικότερη συγκρότηση του δυτικού πολιτισμού μας κάνουν συχνά να φανταζόμαστε ότι οι απόψεις του Πλάτωνα αποτελούν τον κανόνα της αρχαίας ελληνικής σκέψης. Στην προκειμένη περίπτωση, ωστόσο, η πλατωνική καχυποψία απέναντι στη γραφή αποτελούσε μάλλον την εξαίρεση παρά τον κανόνα. Άμεσα ή έμμεσα, υπήρξαν πολλοί φιλόσοφοι που υποστήριξαν την χρησιμότητα της γραφής και τη χρησιμοποίησαν με θετικό τρόπο, χωρίς να νιώθουν απαραίτητα την ανάγκη να γράψουν εγκωμιαστικά κείμενα υπέρ της.

Οι πρώτοι Έλληνες στοχαστές που επέλεξαν συνειδητά τη γραφή για να διαδώσουν τις ιδέες τους ήταν οι Προσωκρατικοί (6ος-5ος αι. π.Χ.). Ο Αναξίμανδρος έγραψε το πρώτο φιλοσοφικό βιβλίο στην Ελλάδα. Ο Ηράκλειτος επίσης έγραψε ένα δυσνόητο αλλά συστηματικό φιλοσοφικό έργο. Το ποίημα Περί Φύσεως του Παρμενίδη είναι ένα γραπτό φιλοσοφικό μανιφέστο, στο οποίο αναφέρθηκα στο δεύτερο μέρος αυτής της τριλογίας κυρίως ως προς την επίδραση που είχε στη σκέψη του Πλάτωνα. Αυτοί οι φιλόσοφοι χρησιμοποίησαν τη γραφή για να θεμελιώσουν νέα είδη λόγου, να διατυπώσουν ακριβή κοσμολογικά επιχειρήματα και να διαδώσουν τις ιδέες τους πέρα από τον τόπο τους.

Οι Σοφιστές και ιδίως ο Πρωταγόρας, ο Γοργίας και ο Ιππίας, τους οποίους ο Πλάτων σεβόταν αρκετά ώστε να τους αφιερώσει τους ομώνυμους διαλόγους του, ουδέποτε θεώρησαν τη γραφή ως απειλή για τη μνήμη ή τη σκέψη. Αντιθέτως, υπήρξαν οι πρώτοι «επαγγελματίες» συγγραφείς-εκπαιδευτικοί που έγραψαν εγχειρίδια ρητορικής και χρησιμοποίησαν τη γραφή ως μέσο διδασκαλίας και μετάδοσης γνώσεων. Αντίστοιχα, τα ιατρικά κείμενα των Ιπποκρατικών ανέδειξαν τη γραφή ως ένα εργαλείο απαραίτητο για την καταγραφή παρατηρήσεων και τη σύγκριση περιστατικών, δημιουργώντας έτσι μια νέα επιστημονική μέθοδο και παράδοση στον ιατρικό κλάδο.

Η ρητή θεωρητική υπεράσπιση της γραφής από τον Ισοκράτη (436-338 π.Χ.) υπήρξε ο ισχυρότερος αντίποδας του πλατωνικού μύθου της γραφής στον Φαίδρο. Ως σύγχρονος του Πλάτωνα, ο Ισοκράτης έζησε και ο ίδιος τις συνέπειες του διχασμού και της παρακμής που επέφερε ο Πελοποννησιακός Πόλεμος, προτείνοντας ως διέξοδο από την κρίση την ένωση των διχασμένων Ελλήνων κάτω από την πολιτική-στρατιωτική ηγεσία του Φιλίππου της Μακεδονίας και την πνευματική ηγεμονία της Αθήνας, η οποία εξακολουθούσε να διατηρεί τα πρωτεία στην ανάπτυξη της παιδείας και του πολιτισμού. Σε αντίθεση με τον ολιγαρχικό Πλάτωνα που ονειρευόταν μια ολοκληρωτική πολιτεία, οι προτάσεις του Ισοκράτη για την έξοδο από την κρίση τον κατατάσσουν στους μοναρχικούς που όμως υπερασπίζονται τη δημοκρατική πολιτική παιδεία. Πρόκειται για μία από τις πιο χαρακτηριστικές αντιφάσεις που συνήθως εμφανίζονται σε περιόδους κρίσεις και παρακμής στις οποίες το παλιό δεν λειτουργεί πια και το νέο δεν έχει έρθει ακόμα.

Στο πλαίσιο αυτό, οι αντιλήψεις του Ισοκράτη για τη γραφή δεν ήταν άσχετες από την ακράδαντη πίστη του στην εκπαίδευση ως τη μοναδική σωτηρία του ελληνικού κόσμου, πίστη που άλλωστε συμμερίζονταν και πολλοί άλλοι στοχαστές της εποχής του Πλάτωνα. Ως δάσκαλος της ρητορικής, ο Ισοκράτης πίστευε ότι η παιδεία είναι κυρίως άσκηση του λόγου με βασικό εργαλείο τη γραφή, η σταθερότητα και διάρκεια της οποίας επιτρέπει τη μελέτη και την επανάληψη, τον στοχασμό και την κριτική σκέψη, την αυτοδιόρθωση και την αναθεώρηση, τη διάδοση του λόγου πέρα από τον χρόνο. Για τον Ισοκράτη, η γραφή υπηρετεί την αναζήτηση της αλήθειας, την πνευματική καλλιέργεια και την ηθική διαπαιδαγώγηση του πολίτη με ανώτερο τρόπο από τον αυθορμητισμό της προφορικής ρητορικής, με την προϋπόθεση ότι συνοδεύεται από συνεχή άσκηση, κριτικό στοχασμό και επιμέλεια του κειμένου.

Το παράδοξο είναι ότι, στη σύγχρονη συζήτηση για τις νέες τεχνολογίες, όσοι αναζητούν επιχειρήματα για τους κινδύνους που ενέχει ο ψηφιακός πολιτισμός ανατρέχουν κυρίως στην εξαίρεση του πλατωνικού μύθου της γραφής, τον οποίο μάλιστα χαρακτηρίζουν «προφητικό». Δεν είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει κάτι τέτοιο. Η συζήτηση για τους τρόπους με τους οποίους μπορούμε να αξιοποιούμε τα επιστημονικά και τεχνολογικά επιτεύγματα χωρίς να θυσιάζουμε θεμελιώδεις ανθρώπινες αξίες είναι διαχρονική και προσέλαβε έντονες διαστάσεις σε όλες τις μεγάλες τεχνολογικές τομές (γραφή, τυπογραφία, βιομηχανία, πληροφορική, τεχνητή νοημοσύνη), οι κοινωνικές εφαρμογές των οποίων προκάλεσαν φόβο, καχυποψία, αντίσταση, ηθικό πανικό, ανησυχίες για κοινωνικές ανισότητες και αδικίες, απώλεια επαγγελμάτων, θέσεων εργασίας, κατασκευαστικής ποιότητας, μείωση γνωσιακών δεξιοτήτων κ.ά. Οι αντιδράσεις επαναλαμβάνονται σχεδόν κυκλικά, με διαφορετικό λεξιλόγιο κάθε φορά αλλά με εντυπωσιακά παρόμοια μοτίβα, κυρίως λόγω της ενδογενούς τάσης της τεχνο-επιστήμης να εξελίσσεται αποκομμένη από τις πραγματικές κοινωνικές ανάγκες και συνδεδεμένη ή ακόμα και εξαρτημένη από ομάδες ειδικών συμφερόντων, όπως η συσσώρευση πλούτου και ο έλεγχος της πολιτικής εξουσίας.

Από αυτή την άποψη, τολμώ να πω ότι τα ακραία φαινόμενα τεχνοφοβίας και τεχνολαγνείας οφείλονται περισσότερο στην αδιαφάνεια και στην επιβολή ενός βίαιου τεχνοκρατικού μετασχηματισμού παρά στην ανάπτυξη νέων τεχνολογιών καθαυτή, η οποία μπορεί να θεωρηθεί και επιθυμητή και κοινωνικά ωφέλιμη κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις. Αυτό διαφοροποιεί αισθητά την τεχνολογία της γραφής από τις νεώτερες τεχνολογικές καινοτομίες, καθώς η διάδοσή της υπήρξε αργή, σταδιακή, προσαρμοσμένη στις κοινωνικές ανάγκες και παράλληλη με την ανάπτυξη του εμπορίου, των οίκων και των πόλεων. Επιπλέον, η εκμάθηση και η χρήση της ήταν διαθέσιμη σε όλους, ακόμα και στους δούλους, πολλοί από τους οποίους ήταν οι ίδιοι δάσκαλοι των νεαρών γόνων στους οίκους που υπηρετούσαν.

Παρ’ όλα αυτά, υπάρχουν αρκετά σύγχρονα κείμενα που «διαβάζουν» τον πλατωνικό μύθο της γραφής ως μια προφητική προειδοποίηση για την εξάρτηση, την παθητικότητα, την αδυναμία απάντησης, την εξασθένιση της μνήμης, την απώλεια της ζωντανής βιωματικής γνώσης, την υπονόμευση των γνωσιακών ικανοτήτων, την προσποίηση κατανόησης και την ψευδαίσθηση γνώσης που καλλιεργεί η χρήση των «έξυπνων» σύγχρονων τεχνολογιών (υπολογιστές, διαδίκτυο, κινητά τηλέφωνα, μέσα κοινωνικής δικτύωσης, τεχνητή νοημοσύνη) ιδιαίτερα στους νέους ανθρώπους. Σε αυτές τις αναγνώσεις, τα εξωτερικά υλικά σημεία της γραφής ως ανεπαρκή υποκατάστατα της ζωντανής σκέψης παραχωρούν τη θέση τους στα σύγχρονα ψηφιακά μέσα ως φορείς διαστρέβλωσης του τρόπου με τον οποίο σκεφτόμαστε.

Ως «προφήτης» της ψηφιακής εποχής, ο Πλάτων παρουσιάζεται να περιγράφει τη γραφή ως την πρώτη «τεχνητή μνήμη» και τα αποτελέσματα της εκτεταμένης χρήσης της ως ανάλογα με τη σύγχρονη πολυδιάσπαση και υπερπληροφόρηση, τη συνεχή κύλιση (scrolling) σε αποσπασματικές γνώσεις, την επιφανειακή κατανάλωση περιεχομένου αμφίβολης ποιότητας, την εξάρτηση του σύγχρονου ανθρώπου από άψυχες συσκευές και την αδυναμία του να ανακαλέσει στη μνήμη του πληροφορίες χωρίς τη διαμεσολάβησή τους (π.χ. η λήθη της προπαίδειας εξαιτίας της συνεχούς χρήσης αριθμομηχανών κ.ά.). Η «σιωπή» του γραπτού κειμένου προσομοιώνεται με τα σιωπηλά ψηφιακά ίχνη που αφήνουν οι αλγόριθμοι, οι αναρτήσεις και η αποθήκευση δεδομένων. Η πληροφορία κυκλοφορεί ανεξέλεγκτη χωρίς διάλογο, χωρίς πλαίσιο και χωρίς ευθύνη, καθιστώντας τον άνθρωπο ασώματο και διαλύοντας τις κοινωνικές σχέσεις που τρέφονται από τη ζωντανή επικοινωνία, παρουσία και ανταπόκριση (π.χ. σχέσεις δασκάλου-μαθητή κ.ά.). Στο προφητικό αυτό πλαίσιο, ο μύθος της γραφής λειτουργεί ως διαχρονική προειδοποίηση για κάθε νέα τεχνολογία που υπόσχεται πρόοδο, επίλυση προβλημάτων, ευκολία, ευδαιμονία, σωτηρία.

Από μια διαφορετική οπτική γωνία, στο περίφημο δοκίμιό του Πλάτωνος φαρμακεία, ο Ζακ Ντεριντά επισημαίνει ότι η αναγωγή της γραφής σε «φάρμακον», με τη διπλή έννοια του ιάματος (Θωθ) και του δηλητηρίου (Θαμούς-Πλάτων), αποτελεί το «τυφλό σημείο» της δυτικής μεταφυσικής που αποκαλύπτει την εσωτερική αστάθεια του ίδιου του λόγου. Εξίσου αποκαλυπτικό είναι ότι ο πρώτος που παρομοίασε τις λέξεις με «φάρμακον» δεν ήταν ο Πλάτων αλλά ο σοφιστής Γοργίας, ο οποίος πίστευε ότι ο λόγος έχει τη δύναμη να μαγεύει, να θεραπεύει, να πληγώνει, να παραπλανά, να σώζει (Ελένης εγκώμιον). Ο Πλάτων δανείζεται αυτή την αμφίσημη σοφιστική έννοια και επιχειρεί να τη σταθεροποιήσει στην αρνητική της σημασία, γεγονός που για τον Ντεριντά αποκαλύπτει μάλλον την αδυναμία παρά τη δύναμη της φιλοσοφίας να ελέγξει το νόημα.

Αντιστρέφοντας το πλατωνικό επιχείρημα ότι η γραφή είναι κατώτερη από τον ζωντανό λόγο, ο Ντεριντά ισχυρίζεται ότι η γραφή απέδειξε την πολυσημία του λόγου, ότι στην πραγματικότητα η σημασία πάντα διαφεύγει και ότι η «ζωντανή φωνή» δεν είναι ποτέ τόσο σταθερή και πλήρως παρούσα όσο ήθελε να πιστεύει ο Πλάτων. Ο λογοκεντρικός τρόπος με τον οποίο επεξεργάζεται τη διαλεκτική του στους διαλόγους του και τα αντιθετικά ζεύγη με τα οποία επιχειρεί να νομιμοποιήσει την καταδίκη της γραφής στον Φαίδρο (γραφή/ομιλία, απουσία/παρουσία, άμεσο/έμμεσο, ύλη/πνεύμα, εσωτερικό/εξωτερικό κ.ά.) δείχνουν μια μακροχρόνια και κοπιαστική προσπάθεια να ελέγξει τον λόγο, να βάλει φραγμούς στη «διάχυση» της σημασίας και, εντέλει, να επιτύχει μια «μονοφωνία» και μια «μονοσημία» που θα αντικατοπτρίζουν τη μοναδική «αλήθεια» των υψηλών ιδεών της πλατωνικής φιλοσοφίας. Αλλά η γραφή αντιστέκεται και αρνείται να υποταχτεί στη φωνή. Το κείμενο, λέει ο Ντεριντά, δεν υπακούει, δεν σταθεροποιείται, αλλά πολλαπλασιάζει τα νοήματα και καθιστά τη γραφή μια ανοικτή, ατέρμονη και ουδέποτε τελειωμένη διαδικασία.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Ντεριντά θα απέρριπτε πλήρως τη χρήση του μύθου της γραφής ως «προφητείας» για τη σύγχρονη τεχνολογία, όχι μόνον επειδή αποκαλύπτει μια αποτυχία της πλατωνικής ιεραρχίας, αλλά και επειδή η ίδια η μυθική αφήγηση αναδεικνύει τη γραφή ως αναγκαίο συμπλήρωμα («αναγκαίο κακό» κατά του πλατωνικούς) του λόγου και όχι ως απειλή. Από αυτή την άποψη, η χρήση του μύθου ως «προφητείας» για τη σύγχρονη τεχνολογία δεν αποτελεί παρά μια επανάληψη της πλατωνικής αυταπάτης ότι υπάρχει μια καθαρή και αυτάρκης εσωτερική φωνή που κινδυνεύει από εξωτερικά μέσα, ενώ παρακάμπτει συνειδητά την αμφισημία του «φαρμάκου» ως ιάματος και δηλητηρίου – αμφισημία στην οποία στηρίζεται ολόκληρη η αφηγηματική δομή του μύθου και η οποία αποτρέπει τις μονοσήμαντες αναγνώσεις. Η παγίδευση στην πλατωνική λογική που μετατρέπει τη γραφή σε επικίνδυνη εξωτερική τεχνολογία αγνοεί την ουσιωδέστερη λειτουργία της γραφής ως αναγκαίας συνθήκης για την εκδίπλωση της σκέψης και όχι ως απειλής που μπορεί να επιφέρει τη συρρίκνωσή της.

Οι απόψεις του Ντεριντά μας ωθούν στην αναζήτηση ενός αρχαίου «αντίβαρου» στη χρήση του μύθου της γραφής ως «προφητείας» για τη σύγχρονη τεχνολογία και μας επιτρέπουν να γυρίσουμε πίσω στον Ισοκράτη, τον θεωρητικό υπερασπιστή της γραφής και έναν από τους ισχυρότερους αντιπάλους του Πλάτωνα. Η μεταφορά των αντιλήψεων του Ισοκράτη για την παιδεία, την ηθική συγκρότηση και την πολιτική σκέψη στον 21ο αιώνα ίσως φωτίσει με διαφορετικό αλλά εξίσου έγκυρο τρόπο τόσο τις ακαδημαϊκές όσο και τις δημόσιες συζητήσεις για τη σύγχρονη τεχνολογία.

Στη σκέψη του Ισοκράτη, όλα τα εργαλεία λόγου (γραφή, ρητορική, πολιτική) μπορούν να γίνουν επικίνδυνα, όταν χρησιμοποιούνται άκριτα. Από αυτή την άποψη, η πραγματική απειλή δεν προέρχεται από τα μέσα καθαυτά, αλλά από την απαιδευσία και την έλλειψη άσκησης στη χρήση τους. Αυτό δεν σημαίνει περισσότερη τεχνική κατάρτιση αλλά περισσότερη ηθική και πολιτική καλλιέργεια, η οποία θα προσέδιδε στη χρήση της τεχνολογίας ήθος και θα διαμόρφωνε πολίτες, όχι χρήστες.

Ο Ισοκράτης θα ήταν πιθανότατα ο πρώτος ο οποίος θα ζητούσε ψηφιακή παιδεία ως μέρος της πολιτικής αγωγής και θα έβλεπε τα νέα τεχνολογικά μέσα όχι ως απειλές αλλά ως ευκαιρίες άσκησης, αναθεώρησης και βελτίωσης του λόγου. Ως δάσκαλος της επιμελημένης γραφής, σήμερα θα ήταν υπέρμαχος της επιμελημένης ψηφιακής παραγωγής, της υπεύθυνης δημοσίευσης, της γνωσιακής ευελιξίας και της αργής, στοχαστικής και κριτικής σκέψης μέσα σε ένα ραγδαία εξελισσόμενο και συνεχώς μεταβαλλόμενο κόσμο. Ως οραματιστής της ενότητας των Ελλήνων, θα αναζητούσε στη σύγχρονη τεχνολογία μέσα διεξαγωγής σοβαρού, υπεύθυνου και έντιμου δημόσιου διαλόγου, εργαλεία πολιτικής συμμετοχής και εκδημοκρατισμού της γνώσης, τρόπους να ξεπεραστούν οι τοπικές διαιρέσεις. Απέναντι στην «καλή» και την «κακή» γραφή του Πλάτωνα, ο Ισοκράτης θα διατύπωνε την άποψη ότι η τεχνολογία δεν είναι ούτε καλή ούτε κακή, αλλά προσλαμβάνει τα χαρακτηριστικά που της δίνουν οι κατασκευαστές και οι χρήστες της – άποψη που ενδεχομένως δεν θα είχε και τόσο μεγάλη απήχηση, αφού μας θέτει ενώπιον των δικών μας ευθυνών για την επιπολαιότητα με την οποία υποκύπτουμε στην Ελπίδα που δημιουργούν οι υποσχέσεις των κατασκευαστών της τεχνολογίας για τη σωτηρία μας από τα δεινά της ανθρωπότητας, χωρίς κόπο και ευθύνη.

Η στάση μας απέναντι στη σύγχρονη τεχνολογία δεν είναι ένα αφηρημένο ζήτημα στη δικαιοδοσία των φιλοσόφων, αλλά ένα βαθιά πολιτισμικό, ανθρωπολογικό, ηθικό και πολιτικό ζήτημα στη δική μας δικαιοδοσία. Ο τρόπος με τον οποίο χρησιμοποιούμε τη σύγχρονη τεχνολογία στην καθημερινή μας ζωή απαιτεί τη δική μας κριτική σκέψη και χρειάζεται να γίνει συνειδητή επιλογή αντί για αυθόρμητη και ασυναίσθητη υποταγή στην ευκολία.

Η συζήτηση συνεχίζεται…



👉 Προτεινόμενα αναγνώσματα


Derrida, Jacques, Πλάτωνος φαρμακεία, μτφρ. Χρήστος Γ. Λάζος, Αθήνα: Εκδ. Άγρα 1990.

Ισοκράτης, Άπαντα, 6 τόμοι, Αθήνα: Εκδ. Κάκτος. Βλ. ενδεικτικά, Κατά των Σοφιστών (τόμ. 1), για την απόσταση μεταξύ θεωρίας και πράξης – Προς Δημόνικον (τόμ. 2), για το ήθος και την αυτοκαλλιέργεια του χρήστη – Ευαγόρας (τόμ. 2), για τη γραφή, τη μνήμη, την αφήγηση και την ταυτότητα – Περί της αντιδόσεως (τόμ. 5), για την παιδεία ως ικανότητα κρίσης.

Κακολύρης, Γεράσιμος, «Το ανεπίκριτo φάρμακον: Η ανάγνωση του Φαίδρου από τον Ζακ Nτεριντά στο Πλάτωνος φαρμακεία», Περιοδική έκδοση για τη φιλοσοφική έρευνα και κριτική Δευκαλίων 33/1-2 (Δεκέμβριος 2019), Αθήνα: Εκδ. Εκκρεμές.




Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Πλάτωνος, "Φαίδρος": Ο μύθος της γραφής

Σοφιστές: Οι «παρεξηγημένοι» της ιστορίας

Μύθος και Λόγος