Το φαντασιακό και το φανταστικό

 

Το μάγμα


Στην κοινωνική φιλοσοφία, την ψυχανάλυση, τη λογοτεχνική θεωρία και την τέχνη, το «φαντασιακό» («imaginaire», «imagined») και το «φανταστικό» («fantastique» «fantastic») κατέχουν σημαντική θέση στην κατανόηση του τρόπου με τον οποίο δίνουμε νόημα στον πραγματικό κόσμο και δημιουργούμε εναλλακτικούς, πιθανούς κόσμους. Στην καθημερινή επικοινωνία, οι δύο όροι χρησιμοποιούνται συχνά ως συνώνυμοι και συνήθως τους αποδίδεται αδιάκριτα η σημασία του εξωπραγματικού, του ψευδούς ή του ανύπαρκτου. Ας κάνουμε, λοιπόν, την απαραίτητη διάκριση, αρχίζοντας με μια σύντομη αναφορά στην ιστορία της έννοιας του «φαντασιακού».

Ο όρος «imaginaire» εισήχθη στην ψυχαναλυτική θεωρία τη δεκαετία 1930-1940 από τον Γάλλο ψυχίατρο και ψυχαναλυτή Ζακ Λακάν (1901-1981), ο οποίος τη θεμελίωσε σε συνάρτηση με το αναπτυξιακό στάδιο του καθρέφτη και την καθιέρωσε ως έναν από τους τρεις τρόπους με τους οποίους ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται τον εαυτό του, τους άλλους και την πραγματικότητα. Ως πυλώνας της λακανικής τριάδας (Εικονικό–Συμβολικό–Πραγματικό), το imaginaire του Λακάν είναι κατώτερο από το συμβολικό και έχει αρνητική ή περιοριστική επενέργεια, καθώς αναφέρεται κυρίως στη ναρκισσιστική ταύτιση του ατόμου με το είδωλό του στον καθρέφτη και λειτουργεί ως παγίδα, αυταπάτη και ψευδαίσθηση ενότητας.

Γύρω στα μέσα της δεκαετίας του 1960, ο όρος «imaginaire» άρχισε να χρησιμοποιείται και από τον Έλληνα φιλόσοφο και ψυχαναλυτή Κορνήλιο Καστοριάδη (1922-1997), ο οποίος τον ανέπτυξε πλήρως στο γνωστό έργο του L’institution imaginaire de la société (1975). Στον Καστοριάδη οφείλεται επίσης η ελληνική απόδοση του «imaginaire» ως «φαντασιακός-ή-ό», η οποία έκτοτε καθιερώθηκε ως τεχνικός όρος στην ελληνική θεωρία και μετάφραση, ως φιλοσοφική κατηγορία και ως εργαλείο κοινωνικής ανάλυσης. Οπωσδήποτε πρόκειται για νεολογισμό, η επινόηση του οποίου δεν οφειλόταν σε κάποια παιγνιώδη σχέση με τη γλώσσα, αλλά προέκυψε από την ανάγκη ενός φιλοσόφου να αποδώσει το βάθος της σκέψης του με τη μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια, να οριοθετήσει το πεδίο του και να δημιουργήσει ένα νέο θεωρητικό χώρο.

Πιστεύοντας ότι ο Λακάν περιόριζε τη φαντασία στο ψυχολογικό πεδίο και την υποτιμούσε ως πλάνη, χωρίς να βλέπει τη δημιουργική της διάσταση, ο Καστοριάδης υιοθέτησε μια ιστορική και κοινωνιολογική προσέγγιση, η οποία επαναπροσδιόρισε ριζικά το λακανικό imaginaire και το μετέτρεψε από παγίδα της εικόνας σε πηγή συμβολικής δημιουργίας του κοινωνικού κόσμου. Στο πλαίσιο αυτό, χρησιμοποίησε τη μεταφορά του «μάγματος» (από το αρχαιοελληνικό μάσσω, ζυμώνω) για να περιγράψει το ρευστό, εύπλαστο και ανεξάντλητο υπόστρωμα δημιουργικής φαντασίας από το οποίο άτομα και κοινωνίες πλάθουν εκ του μηδενός τις σημασίες, τις μορφές, τις ταυτότητες, τους θεσμούς και τα σύμβολα (έθνος, δημοκρατία, κράτος, νόμος, χρόνος, αγορά, χρήμα, οικογένεια κ.ά.) που, με ή χωρίς τυπική κύρωση, δίνουν νόημα στη ζωή τους και στον κοινό κόσμο στον οποίο συνυπάρχουν. Ως πηγή δημιουργίας, το φαντασιακό είναι μια απροσδιόριστη και ασχημάτιστη ύλη που προηγείται των δημιουργημάτων της, όπως το μάγμα πριν γίνει λάβα και πέτρωμα στην επιφάνεια της γης ή, πιο καθημερινά, όπως το ζυμάρι πριν γίνει ψωμί και κουλουράκια και η πλαστελίνη πριν γίνει ανθρωπάκι και αυτοκινητάκι – όλα αυτά με τις απεριόριστες δυνατότητες μορφοποίησης που ενυπάρχουν στο συλλογικό φαντασιακό της ίδιας της κοινωνίας. Χάρη στο συλλογικό φαντασιακό, τα μέλη μιας κοινωνίας μπορούν να προσδιορίζουν τις κοινές ηθικές τους αξίες, να νοηματοδοτούν τις κοινωνικές τους σχέσεις και τη συνάρθρωσή τους σε ομάδες, να προσανατολίζονται μαζί προς ορισμένους στόχους, να δρουν και να σκέφτονται πέραν της φυσικής και βιολογικής αναγκαιότητας.

Με αυτή την έννοια, το κοινωνικό φαντασιακό του Καστοριάδη δεν είναι ψεύτικο, εξωπραγματικό ή παραπλανητικό, αλλά συνιστά εκείνη την οντολογική συνθήκη στη βάση της οποίας οι κοινωνίες οργανώνονται, δρουν και συμμετέχουν στο ιστορικό γίγνεσθαι με πραγματικά αποτελέσματα. Με άλλα λόγια, το κοινωνικό φαντασιακό είναι ο δημιουργικός τρόπος ύπαρξης που παράγει κοινό νόημα και πραγματικότητα, προϋπάρχει όλων των μορφών, παρέχει την πρώτη ύλη για τη δημιουργία κάθε δυνατής μορφής και αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για να κρίνουμε αν κάποια μορφή, αξία, σημασία που πλάστηκε από το μάγμα της δημιουργικής φαντασίας είναι ψεύτικη ή αληθινή στην πραγματική κοινωνική της διάσταση.

Από πού, λοιπόν, πηγάζει η ως επί το πλείστον αρνητική ταύτιση του «φαντασιακού» με το «φανταστικό»; Δεν είναι μόνον ο λακανικός ορισμός του φαντασιακού ως πεδίου πλάνης που δημιουργεί σύγχυση, ούτε απλώς η ηχητική ομοιότητα των δύο λέξεων, ούτε η επιφανειακή τους χρήση χωρίς γνώση της διαφοράς που υπάρχει μεταξύ τους. Οι ρίζες της παρανόησης είναι πολύ βαθύτερες στον χρόνο και τον χώρο και απαιτεί την προσέγγιση του «φανταστικού» από διαφορετικές οπτικές γωνίες.

Καταρχάς, το «φανταστικό» αναφέρεται στη μη πραγματική, επινοημένη αφήγηση και περιλαμβάνει μύθους, παραμύθια, ιστορίες, σενάρια, όνειρα, εικόνες, λογοτεχνικές και καλλιτεχνικές δημιουργίες. Το φανταστικό δεν θεσμίζει κοινωνίες, δεν παράγει ταυτότητες, δεν διεκδικεί και δεν υποκρίνεται πραγματικότητα, αλλά είναι ένα ορατό παιχνίδι της φαντασίας, μια συμφωνημένη επινόηση με σκοπό τη δημιουργική απόλαυση. Με άλλα λόγια, το φανταστικό δημιουργεί κόσμους που ξέρουμε εκ των προτέρων ότι δεν είναι πραγματικοί και αυτή είναι η ουσιωδέστερη ειδοποιός διαφορά ανάμεσα στο φαντασιακό και το φανταστικό. Αν το κοινωνικό φαντασιακό παράγει το σύνολο των νοημάτων που θεμελιώνουν θεσμικά την πραγματικότητα, το φανταστικό είναι η τέχνη της συνειδητής επινόησης αφηγήσεων, οι οποίες τροφοδοτούνται μεν από το φαντασιακό και συνδιαλέγονται με τις φαντασιακές σημασίες, αλλά δεν έχουν ισχύ θεσμικής θεμελίωσης και επιδίδονται σε παιχνίδια με την πραγματικότητα ως μια μορφή δημιουργικής αμφισβήτησης, ανανοηματοδότησης και απόδρασης από το θεσμισμένο πλαίσιο.

Παρ’ όλα αυτά, η ελληνική γλώσσα δεν είχε ποτέ μια θετική ή, έστω, ουδέτερη λέξη για τη δημιουργικότητα του «φανταστικού» κι αυτό δεν είναι τυχαίο. Ήδη από την αρχαιότητα, η τέχνη και η λογοτεχνία σκιάζονται από την πλατωνική καχυποψία απέναντι στη φαντασία, την τέχνη, τη μίμηση και την εικόνα τόσο σε φιλοσοφικό όσο και σε ευρύτερα πολιτισμικό επίπεδο. Η φαντασία ταυτίζεται με το ψέμα, την ψευδαίσθηση, την πλάνη, την απατηλή εικόνα, το μη αληθινό. Στην πλατωνική φιλοσοφία, ο αισθητός κόσμος παράγει κατώτερες μιμήσεις σε σύγκριση με την καθολική αλήθεια των αιώνιων ιδεών, ενώ η φαντασία είναι «παιδική» και συνιστά το κατώτατο επίπεδο γνώσης που δεν παράγει παρά μόνον «εικασίες». Η μυθοπλασία είναι κατώτερη από την ιστορία, η τέχνη είναι «είδωλο», ο ζωγράφος μιμείται την εξωτερική εμφάνιση και παράγει εικόνες, όχι αλήθειες με ουσία.

Ως φορέας πολιτισμού, η ελληνική γλώσσα δεν εξελίχθηκε σε κενό αλλά μέσα σε έναν πολιτισμό όπου το φανταστικό θεωρείται ψευδές και η τέχνη συνιστά απειλή για την αλήθεια. Η κληρονομιά της πλατωνικής καχυποψίας επιβιώνει μέχρι σήμερα στη σημασία ή στην απουσία των λέξεων, εκφράζοντας μια πολιτισμική παράδοση που εκδηλώνει την προτίμησή της στο χειροπιαστό, το αποδείξιμο και το «σοβαρό» έναντι του «φανταστικού», πόσο μάλλον έναντι του κοινωνικού φαντασιακού. Είναι χαρακτηριστικές οι επιθετικές-αμυντικές αντιδράσεις που προκαλεί η περιγραφή του έθνους ως «φαντασιακής κοινότητας», διότι στην κοινή αντίληψη η ταύτιση φαντασιακού και φανταστικού οδηγεί στο λανθασμένο αλλά σχεδόν αυτοματοποιημένο συμπέρασμα ότι το έθνος είναι μια ψευδής κατασκευή.

Ίσως δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι το «φαντασιακό» είναι η πλέον αντι-πλατωνική λέξη που χρησιμοποίησε ο Καστοριάδης στην προσπάθειά του να αποκαταστήσει τη φαντασία ως το δημιουργικό, θεσμιστικό, παραγωγικό θεμέλιο της κοινωνίας και την πραγματικότητα ως μια ποιητική δημιουργία της φαντασίας. Το φαντασιακό δεν είναι ψευδαίσθηση. Είναι οι εικόνες που μας κατοικούν πριν ακόμη τις σκεφτούμε: η ιδέα της πατρίδας, η μορφή της οικογένειας, το σχήμα του έρωτα, η αίσθηση του «εμείς». Είναι η πιο ισχυρή δημιουργία του ανθρώπου: η ικανότητα να δίνει νόημα εκεί όπου δεν υπάρχει και μέσα σε αυτό το νόημα να βρίσκει τον εαυτό του.


👉 Προτεινόμενα αναγνώσματα

Άντερσον, Μπένεντικτ, Φαντασιακές κοινότητες. Στοχασμοί για τις απαρχές και τη διάδοση του εθνικισμού, μτφρ. Ποθητή Χαντζαρούλα, Αθήνα: Εκδ. Νεφέλη 1997.

Γκοφ, Ζακ λε, Το φαντασιακό στο Μεσαίωνα. Δοκίμια, μτφρ. Ν. Γκότσινας, επιμ. Ηλ. Καφάογλου, Αθήνα: Εκδ. Κέδρος 2008.

Καστοριάδης, Κορνήλιος, Η φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας, μτφρ. Σ. Χαλικιάς, Κ. Σπαντιδάκης & Γ. Σπαντιδάκη, επιμ. Κ. Σπαντιδάκης, Αθήνα, Εκδ. Κέδρος 2010.
 
Κτενάς, Γιάννης, «Τι σημαίνει, λοιπόν, φαντασιακό (μέρος Α, Καστοριάδης)», στο ηλεκτρονικό περιοδικό Kaboom – ημερολόγια πριν από τη μεγάλη έκρηξη (09/06/2015).

Ρικέρ, Πολ & Κορνήλιος Καστοριάδης, Διάλογος για την ιστορία και το κοινωνικό φαντασιακό, μτφρ. Σωτήρης Σιαμανδούρας, επιμ. Νίκος Κατσιαούνης, πρόλ. Johann Michel, Αθήνα: Εκδ. Έρμα 2018 (ραδιοφωνική συζήτηση μεταξύ των δύο στοχαστών με πλήθος επιχειρημάτων και παραδειγμάτων από την κοινωνική και πολιτική ιστορία, τη λογοτεχνία, τις τέχνες, τις επιστήμες και τη φιλοσοφία.)
 
Χάλαρης, Αλέξανδρος, «Προσεγγίζοντας την τέχνη μέσα από τη θεωρία του Κορνήλιου Καστοριάδη», στο ηλεκτρονικό περιοδικό Kaboom – ημερολόγια πριν από τη μεγάλη έκρηξη (02/04/2016).




Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Πλάτωνος, "Φαίδρος": Ο μύθος της γραφής

Σοφιστές: Οι «παρεξηγημένοι» της ιστορίας

Μύθος και Λόγος