Συγγραφέας ή συντάκτης κειμένου; Μια ιστορική και εννοιολογική διάκριση
Επιστολογράφος
του Γιαπωνέζου φωτογράφου Kusakabe Kimbei (1841-1934)
Στο σύγχρονο ελληνικό λεξιλόγιο, η κοινή ενασχόληση με τη γραφή οδηγεί συχνά στη λανθασμένη εντύπωση ότι συγγραφέας και συντάκτης κειμένου είναι ταυτόσημα επαγγέλματα. Ωστόσο, η ιστορική τους διαδρομή και οι θεωρητικές τους αποχρώσεις δείχνουν ότι ανάμεσά τους υπάρχει μια ουσιαστική διαφορά: ο συγγραφέας δημιουργεί, ο συντάκτης κειμένου γράφει. Εκ πρώτης όψεως, η διάκριση φαίνεται απλή, αλλά πίσω της κρύβεται ολόκληρη η ιστορία της πολιτισμικής μας σχέσης με τον γραπτό λόγο. Οι δύο όροι δεν δηλώνουν απλώς επαγγελματικές ταυτότητες, αλλά συνιστούν δύο διαφορετικούς τρόπους να κατανοούμε τι σημαίνει παράγω νόημα.
Στην ιστορία της γραφής, ο συγγραφέας ως ιστορικό υποκείμενο που δημιουργεί πρωτότυπο περιεχόμενο εμφανίζεται καταρχάς με τους προσωκρατικούς φιλοσόφους τον έκτο π.Χ. αιώνα και σηματοδοτεί τη μετάβαση από τη συλλογική και ανώνυμη προφορική αφήγηση των παραδοσιακών κοινοτήτων στο ατομικό έργο που φέρει το όνομα του δημιουργού του. Ο Όμηρος, για παράδειγμα, τοποθετείται στο μεταίχμιο αυτής της μετάβασης, καθώς θεωρείται περισσότερο ως ο ποιητής-σύμβολο της προφορικής παράδοσης παρά ως ο «συγγραφέας» των περιπετειών του Αχιλλέα και του Οδυσσέα, οι οποίες συν-ενώθηκαν σε ραψωδίες και αποτέλεσαν δύο ξεχωριστά έπη, γραμμένα στη μορφή που γνωρίζουμε σήμερα από ανώνυμους γραφείς κατ’ εντολήν του Πεισίστρατου, του τυράννου της Αθήνας στα μέσα του έκτου π.Χ. αιώνα.
Την εποχή εκείνη, η συγγραφή εξακολουθούσε να ασκείται σε μεγάλο βαθμό ως ανώνυμη συλλογική εργασία. Τα κείμενα ήταν ακόμα λειτουργικά (διοικητικά, θρησκευτικά, επετειακά), οι γραφείς θεωρούνταν τεχνίτες και δεν υπήρχε ούτε η έννοια, ούτε η έγνοια της πρωτοτυπίας. Αυτό αλλάζει με τις φιλοσοφικές πραγματείες των Προσωκρατικών και την εμφάνιση ιστορικών συγγραφέων, όπως ο Ηρόδοτος και ο Θουκυδίδης, οι οποίοι αυτοπαρουσιάζονται ως δημιουργοί γραπτού λόγου με καινοφανές περιεχόμενο. Στην κλασική Αθήνα του πέμπτου π.Χ. αιώνα, οι τραγικοί και κωμικοί ποιητές συνηθίζουν να υπογράφουν τα έργα τους, οι Σοφιστές διακινούν επώνυμα τις μελέτες τους, ο Πλάτων, ο Αριστοτέλης και ο Ιπποκράτης συνθέτουν ο καθένας το δικό του ιδιόμορφο σώμα κειμένων και ιδρύουν ο καθένας τη δική του ονομαστή σχολή.
Παρ’ όλα αυτά, βρισκόμαστε ακόμα πολύ μακριά από τη νεωτερική μορφή του συγγραφέα, όπως διαμορφώθηκε την εποχή της Αναγέννησης και του Διαφωτισμού. Αυτή καθαυτή η λέξη «συγγραφέας» με την έννοια του δημιουργού πραγματειών άρχισε να χρησιμοποιείται περισσότερο στο πλαίσιο της βιβλιοφιλικής κουλτούρας που διαμορφώθηκε κατά την ελληνιστική περίοδο, πυκνώνοντας κατά τη ρωμαϊκή εποχή με τη μορφή του «auctor» που κατόπιν έγινε «auteur» στα γαλλικά και «author» στα αγγλικά. Ως απόδοση αυτών των όρων στα ελληνικά, η λέξη «συγγραφέας» γνώρισε ευρύτερη διάδοση κατά τα βυζαντινά χρόνια και καθιερώθηκε οριστικά με την τυπογραφία, την εξάπλωση της λογοτεχνίας και την ανάπτυξη της επιστήμης. Μέχρι τον 19ο αιώνα, ο όρος «συγγραφέας» είχε αρχίσει πλέον να χρησιμοποιείται συστηματικά στη νεώτερη ελληνική γλώσσα, συνυφασμένος με την πρωτότυπη ατομική δημιουργία, την ανάληψη της ευθύνης για το περιεχόμενο και το νόημα του κειμένου, την πνευματική ιδιοκτησία και το κύρος της αυθεντίας στη δημόσια σφαίρα.
Ως προϊόν αυτής της μακράς πολιτισμικής εξέλιξης, η χρήση του δομημένου πεζού λόγου για την εκπόνηση επιστημονικών ή λογοτεχνικών έργων σταδιακά διαφοροποίησε τον «συγγραφέα» από τα άλλα επαγγέλματα γραφής, όπως τον «ποιητή» που δημιουργεί στίχους με μέτρο και ρυθμό, τον «λογογράφο» που συντάσσει ρητορικούς, πολιτικούς και δικανικούς λόγους για λογαριασμό άλλων (θυμίζω εδώ την περιφρόνηση του συγγραφέα Πλάτωνα προς τον λογογράφο Λυσία στον Φαίδρο και προς τους ποιητές στην Πολιτεία), τον «αντιγραφέα» πρωτότυπων κειμένων στις ελληνιστικές βιβλιοθήκες και τα μεσαιωνικά μοναστήρια, τον «γραμματέα» που κατέχει γραμματικές γνώσεις στην υπηρεσία αρχόντων και ηγεμόνων ή τον «γραμματικό» που διδάσκει γράμματα στα παιδιά του σχολείου. Όλοι αυτοί παραμένουν τεχνικοί εκτελεστές της γραφής με οικονομική αξία στην αγορά εργασίας, ενώ ο συγγραφέας αποκτά προσωπική έκφραση, δημόσιο λόγο και οικονομική αξία στην αγορά του βιβλίου.
Με αυτή τη βαριά πολιτισμική κληρονομιά, σήμερα ο συγγραφέας και ο συντάκτης κειμένου επιτελούν διαφορετικούς ρόλους στον κόσμο της γραφής. Ο συγγραφέας έχει φωνή, ύφος, οπτική, αισθητική ή θεωρητική πρόθεση. Δεν γράφει κατά παραγγελία, αλλά επειδή έχει κάτι να πει. Το έργο του δεν είναι να παράγει μαζικά κείμενα, αλλά να παράγει πρωτοτυπία, νόημα και κοσμοθεωρία. Με άλλα λόγια, δεν είναι τεχνίτης της γραφής, αλλά φορέας δημιουργίας. Ως συγγραφείς σήμερα θεωρούνται οι θεωρητικοί που παράγουν πρωτότυπο επιστημονικό ή φιλοσοφικό έργο, οι μυθιστοριογράφοι, οι ποιητές, οι δοκιμιογράφοι, οι διηγηματογράφοι, οι αρθρογράφοι στοχαστικών κειμένων με προσωπική φωνή, κάθε δημιουργός γραπτού έργου με αισθητική, θεωρητική και αφηγηματική συνοχή. Παρ’ όλα αυτά, στις Εξομολογήσεις ενός νέου μυθιστοριογράφου, ο Ουμπέρτο Έκο δεν παραλείπει να επισημάνει τη δυσκολία του ακαδημαϊκού χώρου να αναγνωρίσει τον δημιουργικό χαρακτήρα των επιστημονικών κειμένων, προκαλώντας τελικά περαιτέρω σύγχυση γύρω από το ποιος συγγραφέας είναι δημιουργικός και ποιος όχι.
Οπωσδήποτε, παρόμοιες διαφοροποιήσεις στο εσωτερικό κάθε κατηγορίας είναι περισσότερο πολιτισμικές παρά τεχνικές ή λειτουργικές. Ας πάρουμε για παράδειγμα την ιδιαίτερη θέση που κατέχει η ποίηση στο ελληνικό πολιτισμικό πλαίσιο. Ο ποιητής είναι συγγραφέας με κάθε σημασία της λέξης, αφού έχει φωνή, ύφος και αισθητική πρόθεση, δημιουργεί πρωτότυπο έργο και παράγει νόημα, ενώ υπογράφει και φέρει την πνευματική πατρότητα του έργου του. Ωστόσο, ο μη πεζός λόγος που παράγει καθιστά τον ποιητή ένα ξεχωριστό είδος συγγραφέα με το δικό του κύρος, τη δική του ιστορία και λειτουργία στον αστερισμό της γραφής. Με μια φράση: όλοι οι ποιητές είναι συγγραφείς, αλλά οι συγγραφείς δεν είναι όλοι ποιητές. Αντίστοιχα, οι αναγνώστες χωρίζονται σε κείνους τους λίγους που δηλώνουν λάτρεις της ποίησης και στους πολλούς που προτιμούν το μυθιστόρημα ως πιο «εύπεπτο» και κατάλληλο είδος για αναψυχή.
Η ροπή προς τον ελιτισμό, που συχνά συνοδεύει την ποίηση σε σύγκριση με την πεζογραφία, δεν αφορά τόσο την ποιότητα του έργου καθαυτή όσο την κληρονομημένη πεποίθηση ότι η ποίηση αποτελεί τη «μήτρα όλων των τεχνών», ακόμα και στη δημώδη της μορφή. Η κληρονομιά των ομηρικών επών, της χριστιανικής αντίληψης για τη δημιουργία και των ρομαντικών ποιητών συνθέτουν ένα πολύμορφο αξιακό υπόστρωμα που βλέπει την ποίηση ως ένα είδος που υπερβαίνει την ατομικότητα και λειτουργεί ως φορέας συλλογικής μνήμης, διεκδικεί για τον εαυτό της την ελευθερία να παραβιάζει τους καθιερωμένους γραμματικούς και συντακτικούς κανόνες με εικόνες και μεταφορές, υπηρετεί την πολυσημία των λέξεων και παρουσιάζει υψηλή γλωσσική και συμβολική συμπύκνωση, ενώ διαθέτει ρυθμικότητα και μουσικότητα που ευνοεί την απαγγελία εν είδει τελετουργίας. Με αυτή την έννοια, ο ποιητής δεν είναι κάποιος που απλώς γράφει στίχους. Όπως δηλώνει η ίδια η λέξη, είναι «ποιητής ουρανού και γης, ορατών τε πάντων και αοράτων», δημιουργός του κόσμου όλου.
Από την άλλη μεριά, ο συντάκτης κειμένου είναι διαχειριστής του λόγου, χωρίς απαραίτητα να είναι ο ίδιος δημιουργός πρωτότυπου έργου, αν και δεν αποκλείεται η σύμπτωση των δύο ιδιοτήτων στο ίδιο πρόσωπο. Κατά κανόνα, ο συντάκτης κειμένου γράφει κείμενα που του έχουν ανατεθεί από κάποιον προϊστάμενο, οργανώνει πληροφορίες, διαμορφώνει ύφος και δομή, μεταφέρει ιδέες τρίτων, προσαρμόζει το περιεχόμενο σε κάποιο συγκεκριμένο πλαίσιο και εν γένει υπηρετεί κάποιον ενημερωτικό, δημοσιογραφικό, διοικητικό, επικοινωνιακό ή άλλο λειτουργικό σκοπό. Ως συντάκτες κειμένου σήμερα θεωρούνται οι δημοσιογράφοι, οι αρθρογράφοι ειδήσεων, οι «κειμενογράφοι» («copywriters»), οι υπεύθυνοι επικοινωνίας, οι διαφημιστές και γενικότερα όσοι γράφουν κείμενα για λογαριασμό άλλων, υπογράφοντας ως εκτελεστές γραφής.
Ανάμεσα στους συγγραφείς και τους συντάκτες κειμένου υπάρχει μια ενδιάμεση περιοχή που καταλαμβάνεται από επαγγέλματα γραφής τα οποία κοιτάζουν και προς τις δύο κατευθύνσεις. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της τάσης αποτελούν οι μεταφραστές, πολλοί από τους οποίους πιστεύουν ότι η μετάφραση δεν συνιστά τεχνική γραφή αλλά πρωτότυπο συγγραφικό έργο «δεύτερου βαθμού». Αυτό όμως ισχύει κυρίως για τις μεταφράσεις λογοτεχνικών και θεωρητικών ή φιλοσοφικών έργων και όχι για τις μεταφράσεις επαγγελματικών κειμένων (νομικά, ιατρικά, περιβαλλοντικά κ.ά) με εξειδικευμένη τεχνική ορολογία.
Επίσης, οι «συντάκτες-φαντάσματα» («ghostwriters»), οι οποίοι γράφουν βιβλία που φέρουν το όνομα κάποιου άλλου, είναι τυπικές φιγούρες ιδίως στα ακαδημαϊκά περιβάλλοντα, όπου επαφίεται στην εντιμότητα του καθηγητή να συμπεριλάβει τους μεταπτυχιακούς του φοιτητές, που διεξήγαν την έρευνα και την εκπόνηση μιας μελέτης υπό την πραγματική ή υποτιθέμενη εποπτεία του, ως ισότιμους συνυπογράφοντες συν-συγγραφείς. Μένοντας στον χώρο του βιβλίου, οι επιμελητές και οι διορθωτές ανήκουν ξεκάθαρα στους τεχνικούς της γραφής, με κύριο έργο την προσαρμογή των κειμένων σε προκαθορισμένα γλωσσικά, δομικά και εκδοτικά πρότυπα.
Ως γενική διαπίστωση για τον τρόπο λειτουργίας της αλυσίδας παραγωγής κειμένων στην Ελλάδα, θα μπορούσαμε να πούμε ότι τα επαγγέλματα γραφής συχνά μπερδεύονται μεταξύ τους, είτε διότι δεν έχουν θεσμοθετηθεί ως διακριτές επαγγελματικές ειδικότητες, είτε διότι η ελληνική αγορά είναι μικρή και οι ρόλοι συχνά συγχωνεύονται. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, ο μεταφραστής που αναλαμβάνει να κάνει παράλληλα και την επιμέλεια του κειμένου ή ο επιμελητής κειμένου που αναλαμβάνει να κάνει παράλληλα και την εκδοτική επιμέλεια του βιβλίου συχνά με την ίδια χαμηλή αμοιβή, καλούνται να ασκήσουν τα επαγγέλματά τους κάτω από συνθήκες που ευνοούν την ιεραρχική τους κατηγοριοποίηση, ενώ στην πραγματικότητα οι διαφορές ανάμεσά τους είναι πρωτίστως διαφορές εξειδίκευσης.
Συνοψίζοντας, η διάκριση ανάμεσα στον συγγραφέα και τον συντάκτη κειμένου δεν είναι τυπικό ζήτημα. Είναι διάκριση ουσίας στον βαθμό που καθορίζει την αξιοπιστία, την πρωτοτυπία και το κύρος του κειμένου, την ευθύνη του γράφοντος και την πνευματική ιδιοκτησία, τη σχέση με τον αναγνώστη και εν γένει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε, καταναλώνουμε και απολαμβάνουμε τη γραφή ως πράξη, βίωμα και πολιτιστική δημιουργία. Στη διαδικασία παραγωγής νοήματος ο συγγραφέας και ο συντάκτης κειμένου είναι εξίσου απαραίτητοι, αλλά δεν ταυτίζονται. Ο ένας δημιουργεί κόσμους, ο άλλος διαχειρίζεται και οργανώνει τον λόγο. Και μέσα σε αυτή τη διάκριση, ο καθένας και η καθεμία μπορεί να εντοπίσει το σημείο στο οποίο στέκεται ή να επιλέξει το σημείο στο οποίο θα ήθελε να σταθεί, για να παρατηρεί τον κόσμο γύρω του.
👉 Προτεινόμενα αναγνώσματα
Αξελός, Κώστας, Το παιχνίδι του κόσμου, μτφρ. Κατερίνα Δασκαλάκη, Αθήνα: Εκδ. Εστία 2018 (για τη γραφή ως δημιουργική πράξη).
Olson, David R., Ο κόσμος πάνω στο χαρτί. Οι εννοιακές και νοητικές επιπτώσεις της γραφής και της ανάγνωσης, μτφρ. Ι. Φ. Βλαχόπουλος, επιστ. επιμ. Τζέλα Βαρνάβα-Σκούρα, Αθήνα: Εκδ. Παπαζήση 2003 (για το πνεύμα του κειμένου και τις προθέσεις του συγγραφέα).
Παπαδήμα, Μαρία, Τα πολλαπλά κάτοπτρα της μετάφρασης, Αθήνα: Εκδ. Νεφέλη 2012 (για τη μετάφραση ως "είδωλο" του πρωτοτύπου και τον μεταφραστή ως συγγραφέα "δεύτερου βαθμού").
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου