Bonzai ή, αλλιώς, μικρές αφηγήσεις και διαλογικότητα

 



Ως είδος σε εξέλιξη, οι μικρές αφηγήσεις βρίσκονται σε συνεχή διάλογο με μια ποικιλία κειμενικών ειδών, αφηγηματικών τεχνικών και εκφραστικών μέσων. Από ιστορική άποψη, οι μικρές αφηγήσεις ανέκαθεν περιλάμβαναν τους μύθους, τα ηθικά παραγγέλματα, τους φιλοσοφικούς αφορισμούς, τις παραβολές, τα παραμύθια και, γενικότερα, τα μικρής έκτασης αφηγήματα της λαϊκής προφορικής παράδοσης. Ωστόσο, πολλοί μελετητές συνδέουν τις σύγχρονες μικρές αφηγήσεις με την ανάπτυξη του διηγήματος (short story) στα μέσα του 19ου αιώνα και τη συνεχιζόμενη μέχρι σήμερα θεωρητική συζήτηση σχετικά με τον ακριβή ειδολογικό του χαρακτήρα.

Πρωτοπόροι του είδους θεωρούνται οι Νοτιοαμερικανοί συγγραφείς (Jorge Luis Borges, Julio Cortázar, Augusto Monterroso, Juan José Arreola κ.ά.), οι οποίοι αναγνωρίζονται διεθνώς ως πρόδρομοι της μικρής φόρμας και εκείνοι που επηρέασαν πιο αποφασιστικά τους νεώτερους συγγραφείς. Στην Ελλάδα, ιδιαίτερα δημοφιλή είναι τα τρίστιχα ιαπωνικά ποιήματα χαϊκού, τα οποία διαδόθηκαν στη Δύση γύρω στα μέσα του εικοστού αιώνα, αρχικά στον αγγλοσαξονικό κόσμο και κατόπιν στις χώρες της ηπειρωτικής Ευρώπης. Στην πράξη, πολλοί μεγάλοι ποιητές δοκίμασαν τις δυνάμεις τους στη σύνθεση ελληνικών χαϊκού (Γιώργος Σεφέρης, Ζήσιμος Λορεντζάτος, Μιχάλης Γκανάς, Αργύρης Χιόνης κ.ά.), αν και όχι χωρίς κριτική.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι, για τους πεζογράφους που έχουν συνηθίσει να απλώνονται στον χώρο και τον χρόνο, η μικρή έκταση, η αφαιρετικότητα και η ελλειπτικότητα της μικρής αφήγησης αποτελεί μια ενδιαφέρουσα διανοητική πρόκληση και πρόσκληση για πειραματισμό. Ωστόσο, ο Ρολάν Μπαρτ επικρίνει ως ευρωκεντρικές τις δυτικές αναγνώσεις και ερμηνείες που τείνουν να προσδίδουν στα ιαπωνικά χαϊκού ένα μεταφυσικό νόημα που έρχεται σε αντίθεση με την παράδοση και τη φιλοσοφία του Ζεν στην οποία κυριαρχεί η βιωματική πραγματικότητα. Για τον Μπαρτ, η δυτική ανάγνωση των μη δυτικών παραδόσεων επικεντρώνεται σε μια προσπάθεια να διαρρήξει το νόημα με την αποκωδικοποίηση και την εκλογίκευση, αλλά αυτό συνιστά μια πολιτισμική προσέγγιση εντελώς διαφορετική από την ιαπωνική επιθυμία να ταρακουνήσει το νόημα και να το φέρει αντιμέτωπο με το παράλογο.

Στον Μύθο του Σίσυφου, ο Αλμπέρ Καμύ αναγνώριζε τον βουδισμό ως μία από τις λίγες παραδόσεις που αντέχουν την απουσία νοήματος, χωρίς να καταφεύγουν σε ψευδαισθήσεις, σχήματα που εκλογικεύουν τον κόσμο και μεταφυσική παρηγοριά. Η αποδοχή ότι η πραγματικότητα είναι μεγαλύτερη από τις εξηγήσεις που επινοούμε για να την κατανοήσουμε, ότι η ύπαρξη δεν είναι πλήρως διαφανής, ότι η ζωή δεν είναι μόνο λογική, αλλά και ρωγμή, έκπληξη, υπέρβαση, εντέλει δίνει στο παράλογο ένα απροσδόκητο νόημα που μεταμορφώνει το δυτικό ψυχολογικό αδιέξοδο σε κάλεσμα να σκεφτούμε αλλιώς, να αισθανθούμε αλλιώς, να σταθούμε για λίγο χωρίς τις βεβαιότητες που μας κάνουν να αισθανόμαστε ασφαλείς σε έναν αβέβαιο κόσμο.

Αυτό ακριβώς κάνουν τα χαϊκού και άλλες μορφές μικρής αφήγησης, όταν τις αντιμετωπίζουμε σοβαρά και δεν τις εκφυλίζουμε σε μόδα του συρμού (mainstream). Ιδιαίτερα την εποχή της τεχνητής νοημοσύνης, των ιλιγγιωδών ταχυτήτων και των ραγδαίων αλλαγών, οι κίνδυνοι είναι προφανείς: αντί να επιτρέπουμε στον εαυτό μας να φανταστεί τον κόσμο διαφορετικά, κινδυνεύουμε να καταλήξουμε να γράφουμε ευφυολογήματα και σοφίσματα, να αντλούμε έμπνευση από τα τηλεοπτικά διαφημιστικά σποτ και τα ανέκδοτα του καφενειακού διαδικτύου, να παραδινόμαστε με αστόχαστη άνεση σε κοινότοπες αμπελοφιλοσοφίες που δεν ενδιαφέρουν κανέναν.

Η αφαίρεση και η συντομία είναι μια εξαιρετικά δύσκολη τέχνη, η άσκηση και εξάσκηση της οποίας υπερβαίνει κατά πολύ την επινόηση τρόπων διαχείρισης και εξοικονόμησης χρόνου, ώστε να χωρέσουμε το λογοτεχνικό μας πάθος στην πολυάσχολη καθημερινότητά μας. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η τάση να συγχέουμε την αφαίρεση και τη συντομία με τη βιασύνη αποδίδεται στην υποδόρια υπαρξιακή αγωνία που μας προκαλεί η επίγνωση ότι η ζωή είναι πολύ μικρή και δεν προλαβαίνουμε να κάνουμε όλα όσα θα θέλαμε να κάνουμε. Ωστόσο, είναι αμφίβολο το κατά πόσον η γραφή και η ανάγνωση μιας σύντομης και αποκομμένης από το πλαίσιο εμπειρίας, δικής μας ή άλλων, μπορεί να προσφέρει κάτι άλλο πέραν της προσωπικής μας στιγμιαίας ικανοποίησης μέσα σε έναν ωκεανό ανάλογων κατακερματισμένων εμπειριών που δεν συναντιούνται και δεν συνομιλούν ποτέ μεταξύ τους.

Από την άλλη μεριά, πρέπει να είμαστε δίκαιοι. Είναι γεγονός ότι το διαδίκτυο και εν γένει η αναπτυσσόμενη τεχνολογία επικοινωνίας παρέχει τη δυνατότητα σε ολοένα και περισσότερους ανθρώπους να ασχοληθούν με τη γραφή και να πειραματιστούν με μια μεγάλη ποικιλία από είδη, φόρμες και τεχνικές αφήγησης. Η εξέλιξη αυτή θα ήταν αδύνατη χωρίς την κριτική που έχει ασκήσει η μετανεωτερικότητα στη «μεγάλη αφήγηση», στην ακαδημαϊκή αυθεντία και στη ματαιοδοξία του συγγραφέα-προφήτη. Από αυτή την άποψη, δεν θα ήταν άστοχο να ισχυριστούμε ότι το διαδίκτυο έχει συμβάλει εποικοδομητικά στον πολυπόθητο «εκδημοκρατισμό» της γραφής. 

Ωστόσο, αυτη η θετική συμβολή καταλήγει να αυτοακυρώνεται από τη συσσώρευση εξουσίας και πλούτου σε μερικές πολυεθνικές εταιρείες και την παντελή απουσία ελέγχου στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων που επηρεάζουν τη ζωή δισεκκατομυρίων χρηστών στον πλανήτη. Επιπλέον, ένα από τα πράγματα που συνήθως μας διαφεύγουν είναι ότι ο εκδημοκρατισμός μάλλον ενισχύει παρά αποδυναμώνει τη γενική απαίτηση για σοβαρότητα, υπευθυνότητα, εντιμότητα, φροντίδα και σεβασμό τόσο εκ μέρους των συγγραφέων όσο και εκ μέρους των αναγνωστών. Η μικρή έκταση της αφήγησης δεν απαλλάσσει κανέναν από τις ευθύνες που συνοδεύουν κάθε πράξη δημιουργίας από όποιον κι αν προέρχεται, σε όποιο είδος κι αν ανήκει.

Πολλοί μελετητές του είδους θεωρούν ότι η μικρή αφήγηση πρέπει να έχει χαρακτήρες και πλοκή με αρχή, μέση και τέλος, αλλά αυτό εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το όριο των λέξεων που τίθεται κάθε φορά και κυμαίνεται από μερικές μέχρι λίγες εκατοντάδες λέξεις. Σε κάποιες περιπτώσεις, δεν πρόκειται καν για λέξεις αλλά για χαρακτήρες (το πολύ 140) κατά το πρότυπο του X (πρώην Twitter). Ωστόσο, στις περιπτώσεις αυτές είναι αμφίβολο το κατά πόσον πρόκειται για μικρή αφήγηση ή για κάτι άλλο, όπως π.χ. σχόλιο ή κάποιο ερέθισμα που θα μπορούσε να προκαλέσει τη δημιουργία μιας μικρής αφήγησης. Ακόμα πιο αμφίβολο είναι το κατά πόσον η λογοτεχνία -η τέχνη του λόγου- μπορεί να ευδοκιμήσει μέσα σε ένα τόσο ασφυκτικό πλαίσιο.

Είναι προφανές ότι η μεγαλύτερη δυσκολία της μικρής αφήγησης έγκειται στο γεγονός ότι δεν υπάρχουν περιθώρια για εκτενείς περιγραφές, λεπτομέρειες και πληροφορίες που κατά κανόνα προορίζονται να μας βοηθήσουν να συλλάβουμε μια ατμόσφαιρα, να αποκωδικοποιήσουμε τους χαρακτήρες και να προσλάβουμε το νόημα του κειμένου. Πρόκειται, επομένως, για ένα είδος αφαιρετικής και ελλειπτικής αφήγησης που βασίζεται κατά κύριο λόγο στη μεγαλύτερη δυνατή συμπύκνωση του νοήματος με προσεκτική επιλογή των λέξεων και στις έμμεσες, υπαινικτικές αναφορές που αφήνουν ανοικτά τα περιθώρια της αναγνωστικής ερμηνείας. Η εστίαση σε συγκεκριμένες στιγμές, μια φευγαλέα σκέψη ή αντικείμενα με συμβολικές διαστάσεις συχνά λειτουργεί όχι τόσο ως αφήγηση με πλοκή αλλά ως διανοητικό ερέθισμα με ανοικτά ερωτήματα στα οποία ο αναγνώστης μπορεί να δώσει τις δικές του απαντήσεις.

Η μικρή αφηγηματική φόρμα είναι ιδανική για τον δημιουργικό πειραματισμό με τη γραφή, κυρίως όμως συμβάλλει στην καλλιέργεια της διαλογικότητας ιδιαίτερα στο πλαίσιο της συν-δημιουργίας, η οποία αποτελεί τη βάση πολλών συγγραφικών και αναγνωστικών κοινοτήτων. Τα κενά, οι σιωπές, οι νύξεις, τα υπονοούμενα δημιουργούν χώρο και ευχέρεια να φανταστούμε, να κάνουμε συνειρμούς, να συμπληρώσουμε, να μεταφέρουμε τις δικές μας εμπειρίες. Με αυτή την έννοια, η μικρή αφήγηση δεν είναι απλώς ένα «μικρό κείμενο», αλλά αποτελεί από μόνη της μια μορφή διαλογικότητας, εφόσον μας ζητά να μπούμε σε ένα διάλογο τόσο με το κείμενο όσο και με τον εαυτό μας.

Ας πάρουμε για παράδειγμα τη χρήση εικόνων στη θεματική ενότητα «Μικρές Αφηγήσεις» αυτού του ιστολογίου. Ιδίως όταν πρόκειται για φωτογραφία, η πρακτική της λειτουργία είναι να διασφαλίσει ότι όλοι και όλες βλέπουν το ίδιο πράγμα, καλύπτοντας έτσι το κενό της περιγραφής που η μικρή έκταση της αφήγησης δεν μας επιτρέπει να κάνουμε. Ως διανοητικό ερέθισμα, η εικόνα θέτει μεν ένα πλαίσιο, αλλά δεν μας καθοδηγεί να σκεφτούμε με ένα συγκεκριμένο τρόπο. Αντιθέτως, μας καλεί να αναμοχλεύσουμε μέσα μας και να φέρουμε στην επιφάνεια παλιές, ξεχασμένες, απωθημένες, ανείπωτες μνήμες, εμπειρίες, σκέψεις, πάθη και συναισθήματα, δηλαδή όλο εκείνο το πρωτογενές  και ανεπεξέργαστο υλικό που μπορεί να αποτελέσει τον πυρήνα μιας μικρής αφήγησης. Ανοικτές ερωτήσεις, όπως «τι βλέπεις εδώ; τι σου θυμίζει; πού σε αγγίζει;» δεν κατευθύνουν, αλλά συνιστούν ένα κάλεσμα για ενεργοποίηση της φαντασίας και την έναρξη ενός διαλόγου μεταξύ διαφορετικών εκδοχών της ίδιας εικόνας.

Η ενεργοποιημένη φαντασία δεν είναι ποτέ μονόδρομος ή μονόλογος. Αντίθετα, πυροδοτεί μια συνεχή συνομιλία ανάμεσα σε πρόσωπα, εικόνες, μνήμες, προσδοκίες, φόβους, επιθυμίες που το ερέθισμα μιας εικόνας πολλαπλασιάζει μέσα μας. Το σημαντικότερο είναι ότι, διαβάζοντας τις μικρές αφηγήσεις άλλων, ενδέχεται να συνειδητοποιήσουμε ότι υπάρχουν κι άλλοι άνθρωποι με εμπειρίες σαν τις δικές μας ή ότι η ίδια εμπειρία είχε για μας ένα τελείως διαφορετικό νόημα. Στο σημείο αυτό, ο διάλογος με τον εαυτό επεκτείνεται στον διάλογο με τους άλλους μέσα από την ανταπόκριση και την ανταλλαγή.

Αυτή η μορφή διαλογικότητας ανοίγει χώρο στη βιωματική εμπειρία χωρίς να επιχειρηματολογεί, να παίρνει θέση, να κάνει διάλεξη ή να ηθικολογεί περί «καλού» και «κακού», περί «σωστού» και «λάθους». Η διαλογικότητα δεν αποσκοπεί στην ανακάλυψη και αποκάλυψη κάποιας αιώνιας, αναλλοίωτης στον χρόνο και κοινής για όλους αλήθειας, αλλά λειτουργεί σαν μια μικρή ρωγμή τόσο στο παράλογο όσο και στο κοινότοπο, στις παγιωμένες περιοριστικές πεποιθήσεις, τα στερεότυπα και τις προκαταλήψεις. Μια μικρή αφήγηση με αυτό τον προσανατολισμό μας αποσπά από τους ιλιγγιώδεις ρυθμούς της καθημερινότητας, μας βάζει σε μια κατάσταση ενεργούς παρουσίας και συνειδησιακής εγρήγορσης και μας επιτρέπει να δούμε μέσα από αυτή τη μικρή ρωγμή τη δυνατότητα μιας διερώτησης και –γιατί όχι;– μιας μετατόπισης από τις αρχικές μας θέσεις και εντυπώσεις.

Με άλλα λόγια, πρόκειται για ένα άνοιγμα, μια χαραμάδα στην εμπειρία, τη στιγμή, το βλέμμα, το διαφορετικό – ένα άνοιγμα που ο καθένας και η καθεμία μπορεί να κάνει στον δικό του χώρο, χρόνο και ρυθμό, χωρίς να νιώθει ότι απειλείται ή αποκλείεται, χωρίς να αισθάνεται υποχρεωμένος να απαντήσει «σωστά», χωρίς να μπαίνει σε θέση άμυνας. Με αυτή την έννοια, τουλάχιστον σε αυτό το ιστολόγιο, η μικρή αφήγηση δεν είναι μόνο μια διανοητική πρόκληση πειραματισμού αλλά και μια πρόσκληση σε διάλογο…


👉 Προτεινόμενα αναγνώσματα

Καμύ, Αλμπέρ, Ο μύθος του Σίσυφου. Δοκίμιο για το παράλογο, μτφρ. Νίκη Καρακίτσου, Αθήνα: Εκδ. Καστανιώτη 2010.

Παλαιολόγος, Κωνσταντίνος (επιμ.), Mini71cuentos. Ανθολογία ισπανόφωνου διηγήματος, δίγλωσση έκδοση, μτφρ. Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, Αθήνα: Εκδ. Μιχάλη Σιδέρη 2012.

Πατίλης, Γιάννης, «Ιστορίες Μπονζάι. Σκέψεις για το σύγχρονο διήγημα και τις ρίζες του», Πλανόδιον 51 (2011), 617-620.

Πολίτου-Μαρμαρινού, Ελένη & Σοφία Ντενίση (επιμ.), Το διήγημα στην ελληνική και στις ξένες λογοτεχνίες. Θεωρία – γραφή – πρόσληψη, συλλογικό έργο, Αθήνα: Εκδ. Gutenberg 2009.

Τζιόβας, Δημήτρης, Το παλίμψηστο της ελληνικής αφήγησης. Από την αφηγηματολογία στη διαλογικότητα, Αθήνα: Εκδ. Οδυσσέας 1993.

Barthes, Roland, L’Empire des signes, Παρίσι: Εκδ. Seuil, σειρά «Tel Quel», 1970.
 

💧 Διαδίκτυο
 
Κριτικά κείμενα, πραγματολογικές πληροφορίες, αναλύσεις και ασκήσεις για τη μικροαφήγηση στο: https://selidodeiktes.greek-language.gr/lemmas/132

Ιστορίες Μπονζάι. Η αισθητική του μικρού, ιστοσελίδα του λογοτεχνικού περιοδικού Πλανόδιον για τη μικροαφήγηση.

Συναφές υλικό και στο Νέο Πλανόδιον υπό τη διεύθυνση του Κώστα Κουτσουρέλη, Αθήνα: Εκδ. Σμίλη.



Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Πλάτωνος, "Φαίδρος": Ο μύθος της γραφής

Σοφιστές: Οι «παρεξηγημένοι» της ιστορίας

Μύθος και Λόγος