Το χάρτινο σπίτι

 



Στις προσεγγίσεις της βιβλιοφιλίας εύκολα διαπιστώνει κάποιος την κυριαρχία της αντίληψης ότι τα βιβλία σώζουν. Ωστόσο, στο περιθώριο αυτής της κυριαρχίας, μια λιγότερο θορυβώδης και περισσότερο στοχαστική προσέγγιση εμφανίζεται σαν προειδοποίηση ότι όλα τα ωραία πράγματα έχουν πάντα και μια σκοτεινή πλευρά: ναι, τα βιβλία μπορούν να μας σώσουν, αλλά έχουν και τη δύναμη να μας καταστρέψουν. Το μυθιστόρημα του Κάρλος Μαρία Ντομίνγκες, Το χάρτινο σπίτι, μας προειδοποιεί για αυτή τη σκοτεινή πλευρά της βιβλιοφιλίας.

Η Μπλούμα Λέννον, καθηγήτρια λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο του Κέμπριτζ, χτυπήθηκε από ένα αυτοκίνητο καθώς περνούσε μια διασταύρωση διαβάζοντας ένα σονέτο της Έμιλυ Ντίκινσον. Οι συζητήσεις για το αν τη σκότωσε το αυτοκίνητο ή το ποίημα έδιναν κι έπαιρναν στους πανεπιστημιακούς κύκλους, αφήνοντας τον Αργεντινό συνάδελφό της, εραστή της και αφηγητή της ιστορίας μάλλον αδιάφορο. Όταν όμως έφτασε στα χέρια του από την Ουρουγουάη ένα παλιό αντίτυπο του Τζόζεφ Κόνραντ, Η γραμμή σκιάς, με παραλήπτρια την Μπλούμα, αποφάσισε να αναζητήσει τον αποστολέα για να του επιστρέψει το βιβλίο.

Όταν έφτασε στο Μοντεβιδέο, έμαθε ότι ο Κάρλος Μπράουερ ήταν ένας παθιασμένος βιβλιόφιλος που αγόραζε βιβλία όχι από συλλεκτική μανία αλλά με μοναδικό σκοπό τη μελέτη και τον σχολιασμό τους. Χιλιάδες βιβλία βρίσκονταν να έρπουν σε όλους τους χώρους του σπιτιού του, μέχρι που μια φωτιά κατέστρεψε το αρχείο ταξινόμησης που τον βοηθούσε να τα βρίσκει, ακολουθώντας λαβυρινθώδεις διαδρομές μέσα στα δωμάτια. Τότε, ο Κάρλος πούλησε το σπίτι του και μετακόμισε στο Μεξικό, όπου γνώρισε την Μπλούμα και, κατά ένα παράδοξο τρόπο, προέβλεψε τις συνθήκες του θανάτου της.

Λίγο αργότερα, ο Κάρλος επέστρεψε στην Ουρουγουάη και αγόρασε μια έρημη παραθαλάσσια έκταση, όπου έστησε ένα παράπηγμα με πασσάλους και αχυροσκεπή. Κατόπιν μετέφερε εκεί τα βιβλία του και ζήτησε από ένα ντόπιο χτίστη να τα χρησιμοποιήσει αντί για τούβλα για να υψώσει τους τοίχους του νέου του σπιτιού. Για τον Κάρλος, ένα βιβλίο που δεν μπορούσε να βρεθεί ήταν σαν να μην υπήρχε κι αυτό καθόρισε τη μοίρα των βιβλίων που άλλοτε έπαιρναν ζωή από την αδηφάγα βιβλιομανία του. Εξηγούσε επίσης τα μικρά θραύσματα τσιμέντου που είχαν βρεθεί στον φάκελο και στις σελίδες του βιβλίου που είχε στείλει ο Κάρλος στην Μπλούμα.

Αποφασισμένος να επιστρέψει τη Γραμμή σκιάς με κάθε τρόπο, ο αφηγητής πήγε μέχρι το παράξενο χάρτινο σπίτι του Κάρλος, μόνο και μόνο για να το βρει κατεστραμμένο από τον αέρα, τη βροχή, τα κύματα της θάλασσας και … τις σφυριές του ίδιου του Κάρλος που γκρέμισε τους τοίχους, ψάχνοντας να βρει τη Γραμμή σκιάς για την Μπλούμα. Τα βιβλία, που κάποτε είχαν γίνει τούβλα, τώρα βρίσκονταν μισοθαμμένα στην άμμο σαν απομεινάρια κάποιου ναυαγίου. Με όση πίστη τού είχε απομείνει, ο αφηγητής αποφάσισε ότι η Γραμμή σκιάς έπρεπε να σωθεί από εκείνο το ζοφερό πεπρωμένο και να επιστραφεί όχι στον αποστολέα αλλά στην αδικοχαμένη Μπλούμα για την οποία προοριζόταν εξαρχής…

Χωρίς αμφιβολία, Το χάρτινο σπίτι είναι κάτι παραπάνω από ένα σχόλιο πάνω στην αγάπη για τα βιβλία. Κινούμενος ανάμεσα στο αστυνομικό, το φιλολογικό και το αλληγορικό είδος, ο Ντομίνγκες δημιουργεί μια ιστορία στην οποία τα βιβλία δεν είναι απλά υλικά αντικείμενα αλλά ζωντανές δυνάμεις εξουσίας που μπορούν να καταπιούν τον άνθρωπο, όταν υπερβαίνει τη λεπτή γραμμή που χωρίζει τη γνώση από την εμμονή. Ως αλληγορία, η ιστορία του Κάρλος μας προειδοποιεί ότι η γνώση μπορεί να γίνει καταβροχθιστική, μια μορφή αυτοκαταστροφής και μια ξέφρενη λαβυρινθώδης πορεία, όπου ο αναγνώστης χάνεται μέσα σε αυτό που αγαπά. Είναι μια ιστορία για το πώς η ανάγνωση μπορεί να γίνει τρόπος ύπαρξης αλλά και τρόπος εξαφάνισης.

Η υπόγεια συνομιλία του Ντομίνγκες με τον Μπόρχες είναι διάχυτη σε όλη την αφήγηση. Και οι δύο κινούνται μέσα στο ίδιο λαβυρινθώδες σύμπαν της γνώσης και των ιδεών. Και οι δύο μοιράζονται την ίδια βαθιά πίστη ότι τα βιβλία δεν είναι απλώς φορείς νοήματος αλλά μεταφυσικές οντότητες, μοίρες που καθορίζουν την ανθρώπινη ζωή. Οι δυο τους συναντώνται στο σημείο όπου η λογοτεχνία –αυτή η τόσο εξιδανικευμένη μορφή γνώσης– αρχίζει να γίνεται χώρος εμμονής, αλλά μετά από αυτό το σημείο ο δρόμος του ενός διεμβολίζει τον δρόμο του άλλου.

Εκεί όπου ο Μπόρχες βλέπει την άπειρη δυνατότητα της ανάγνωσης, ο Ντομίνγκες βλέπει την άβυσσο. Απέναντι στα βιβλία ως καθρέφτες της ανθρώπινης σκέψης, ο Ντομίνγκες τοποθετεί τα βιβλία ως θανατηφόρα αντικείμενα. Αντί για την αιωνιότητα των κειμένων και τα σύμπαντα που ονειρεύεται ο Μπόρχες να κατοικούν στη Βιβλιοθήκη της Βαβέλ, ο Ντομίνγκες βλέπει την παθολογία της γνώσης και ιδίως την απειλή που συνιστά η ακαδημαϊκή γνώση την οποία υπηρετεί ο αφηγητής. Με τον Μπόρχες, ο αναγνώστης χάνεται στο άπειρο και ξαναβρίσκεται στον κόσμο, ενώ με τον Ντομίνγκες καταποντίζεται αδύναμος να διαχειριστεί την υλικότητα του αντικειμένου. Ο Μπόρχες πιστεύει ότι ο αναγνώστης ξαναγράφει κάθε βιβλίο που διαβάζει, αλλά ο Κάρλος του Ντομίνγκες αφήνεται να ξαναγραφεί ο ίδιος από τα βιβλία. Η ανάγνωση δεν είναι πράξη ελευθερίας αλλά πράξη εθελοδουλίας. Ο αναγνώστης δεν είναι πια δημιουργός νοήματος αλλά θύμα του νοήματος που φέρουν τα βιβλία που διαβάζει.

Ο Ντομίνγκες δημιουργεί ένα αρχέτυπο μανιώδους βιβλιόφιλου, ο οποίος αγαπά τα βιβλία σαν τον υπηρέτη που βρίσκει νόημα στην εξουσία που ασκεί πάνω του το αφεντικό του. Ο Κάρλος συλλέγει βιβλία για να τα σώσει από τα βέβηλα χέρια βάναυσων βιβλιοκάπηλων, αλλά κάθε τόμος που προσθέτει στη συλλογή του γίνεται μια ακόμα προέκταση στα τείχη που έχει χτίσει γύρω του. Το σπίτι του δεν είναι απλώς ένας χώρος γεμάτος βιβλία αλλά η υλική μορφή μιας ολόκληρης κοσμοθεωρίας, χτισμένης πάνω σε υπαρξιακές ανάγκες: την ανάγκη να δώσει νόημα στη ζωή του μέσα από κάτι μεγαλύτερο από τον ίδιο· την ανάγκη να αντισταθεί στη μοναξιά και την απουσία· την ανάγκη να κρατηθεί από κάτι που έχει διάρκεια στο χρόνο σε έναν κόσμο που συνεχώς διαλύεται· την ανάγκη να χτίσει σταθερότητα και βεβαιότητα πάνω σε κάτι που είναι από τη φύση του εύθραυστο, όπως το χαρτί.

Ωστόσο, η εμμονή του αποκαλύπτει και το όριο αυτής της προσπάθειας: όταν η γνώση γίνεται καταφύγιο μακριά από τον κόσμο, παύει να είναι γνώση και γίνεται φυγή. Η λογοτεχνία δεν ανοίγει πια δρόμους προς τη λύτρωση από το κενό, αλλά κλείνει πόρτες και γίνεται φυλακή. Τα βιβλία δεν είναι παράθυρα προς τον κόσμο, αλλά τείχη που τον απομονώνουν από τον έρωτα και τη ζωή έξω από τις σελίδες. Το σπίτι από χώρος άνετης προσωπικής διαβίωσης μετατρέπεται σε ένα λαβυρινθώδες αποθετήριο βιβλίων που, σχεδόν ανεπαίσθητα, βυθίζει τα πάντα στη λήθη. Σιγά σιγά, ο Κάρλος χάνει τη μνήμη του, αφού παύει να θυμάται σε ποιο δωμάτιο και σε ποιο σημείο κάθε δωματίου βρίσκεται κάθε βιβλίο. Τότε, ρίχνεται σε μια χρονοβόρα και ιδιαίτερα κοπιαστική εργασία καταλογογράφησης και ταξινόμησης που δεν έχει μόνο πρακτικό σκοπό, αλλά αναζωπυρώνει την εμμονική του ανάγκη να μη χαθεί τίποτα, να σωθεί κάθε ίχνος, κάθε όνομα, κάθε σελίδα, κάθε σχόλιο, κάθε λέξη.

Στη μελέτη του Η έννοια του αρχείου, ο Ζακ Ντεριντά μας παρουσιάζει το αρχείο ως ένα ριζικό κακό που προκαλεί άλγος, εξορία και καταστροφή. Κάθε πράξη αρχειοθέτησης –μας λέει– είναι μια πράξη εξουσίας και, ταυτόχρονα, μια πράξη λήθης. Το αρχείο δεν είναι απλώς μια αποθήκη στην οποία στοιβάζουμε πράγματα με τυχαία σειρά· είναι ένας εξουσιαστικός μηχανισμός ταξινόμησης που αποφασίζει τι θα σωθεί και τι θα χαθεί, τι είναι σπουδαίο και τι παρακατιανό, ποιος θα τοποθετηθεί πού μαζί με ποιον. Ο Κάρλος, για παράδειγμα, απέφευγε να τοποθετεί μαζί δύο συγγραφείς που είχαν τσακωθεί για το ίδιο θέμα, λες και επρόκειτο να ζωντανέψουν και να φέρουν το χάος εκεί όπου εκείνος προσπαθούσε να επιβάλει την τάξη.

Η συσσώρευση και η ταξινόμηση δεν είναι ποτέ ουδέτερες πράξεις. Συνιστούν μορφές κυριαρχίας πάνω στη μνήμη και το αρχείο του Κάρλος λειτουργούσε ακριβώς έτσι: όσο περισσότερο συσσώρευε, τόσο περισσότερο χανόταν και τόσο περισσότερο ένιωθε την ανάγκη να ανακτήσει τον έλεγχο της μνήμης του. Όμως, το αρχείο του δεν ήταν ένας κατάλογος που έφτιαξε μια για πάντα. Ήταν ένα αδηφάγο αρχείο μνήμης σε αδιάκοπη κρίση πείνας, πάντα έτοιμο να καταρρεύσει και να οδηγήσει ξανά στη λήθη, αν έμενε χωρίς τροφοδοσία.

Αν μεταφέρουμε αυτή την εικόνα στον σύγχρονο ψηφιακό κόσμο, οι βουλιμικές κρίσεις του αρχείου γίνονται ακόμα πιο έντονες. Ο Ντεριντά θα έλεγε ότι το ψηφιακό αρχείο, από τα data centers μέχρι τη μνήμη των κινητών μας τηλεφώνων και των ψηφιακών ρολογιών χειρός, είναι η πιο ακραία μορφή αρχειομανίας. Είναι μια μνήμη που δεν χρειάζεται καν συνείδηση· μια μνήμη που συσσωρεύεται αυτόματα, χωρίς επιλογή, χωρίς κρίση· μια μνήμη που δεν ξεχνά ποτέ τίποτα και ακριβώς για αυτόν τον λόγο είναι πρακτικά αδύνατο να τη διαχειριστείς.

Σήμερα, αποθηκεύουμε τα πάντα: φωτογραφίες, μηνύματα, ιστορικά αναζητήσεων, μελέτες, άρθρα, αδέσποτες ψηφιακές πληροφορίες που δεν έχουμε καν προλάβει να τις μετατρέψουμε σε πραγματικά, ζωντανά βιώματα. Η ψηφιακή συσσώρευση μοιάζει με το σπίτι του Κάρλος: στοίβες δεδομένων, τοποθετημένες η μια πάνω στην άλλη, με την υπόσχεση και την προσδοκία ενός ασφαλούς περιβάλλοντος που όμως μας καταπίνει νοητικά σαν τις μαύρες τρύπες του διαστήματος, επειδή δεν προσφέρει τα στηρίγματα που παρέχουν οι αληθινές βιωματικές εμπειρίες. Τα δείπνα με τον Δον Κιχώτη και το σώμα που ο Κάρλος είχε σχεδιάσει με βιβλία στο κρεβάτι του ήταν ακριβώς η αναζήτηση της βιωματικότητας σε μια κατεξοχήν διανοητική ζωή που όχι μόνο δεν θεράπευε, αλλά δημιουργούσε συνεχώς νέα εσωτερικά κενά.

Αλλά τίποτα δεν μένει ανέγγιχτο από τη φθορά του χρόνου που κάθεται πάνω μας αθόρυβα σαν ένα πέπλο σκόνης που θολώνει το βλέμμα και τη μνήμη. Η «κατοχή» όλης της γνώσης του κόσμου αποδεικνύεται μια ψευδαίσθηση της ανθρώπινης υπεροψίας, έτοιμη να καταρρεύσει ανά πάσα στιγμή. Το χάρτινο αρχείο του Κάρλος πήρε φωτιά με μια μόνο σπίθα, μετατρέποντας τη διάσωση των βιβλίων με τη μορφή της συσσώρευσης σε μια αδύνατη επιχείρηση. Μετά από τόσο κόπο, ο Κάρλος βρισκόταν ξανά στο σημείο απ’ όπου ξεκίνησε: χωρίς το αρχείο του, δεν μπορούσε να βρει τα βιβλία του και, μέσα του, ένα βιβλίο που δεν μπορούσε να βρεθεί ήταν σαν να μην υπήρχε.

Η μετακόμιση στο Μεξικό καλύπτεται από μυστήριο. Δεν γνωρίζουμε αν πήρε μαζί του τα βιβλία του ή αν τα άφησε πίσω στην Ουρουγουάη. Δεν ξέρουμε πού κατοικούσε και πώς ζούσε. Το μόνο που γνωρίζουμε με βεβαιότητα είναι ότι, εκείνη την περίοδο, στη ζωή του κυριάρχησε η ερωτική παρουσία της Μπλούμα. Χωρίς τα βιβλία να τον καταβροχθίζουν καθημερινά, ίσως αυτή να ήταν η πιο ζωντανή περίοδος στη ζωή του Κάρλος, η μόνη που θυμόταν στ’ αλήθεια τα χρόνια που ακολούθησαν.

Στην Ουρουγουάη επέστρεψε άλλος άνθρωπος. Τα βιβλία ήταν ακόμα πολύτιμα αγαθά, αλλά δεν είχαν πια την ίδια σημασία. Στο νέο σπίτι που έχτισε στην άμμο, τα τοποθέτησε με τον μόνο τρόπο που μπορούσαν να του φανούν πραγματικά χρήσιμα σε εκείνη τη φάση της ζωής του. Ο Κάρλος έμοιαζε να έχει συνειδητοποιήσει πια πως η γνώση ήταν προσωρινή, η μνήμη εύθραυστη και η ύπαρξη μια αδιάκοπη μάχη ανάμεσα στο να θυμάσαι και στο να χάνεσαι. Συνέχισε να διαβάζει όσα βιβλία περίσσεψαν από το χτίσιμο κι όταν η Μπλούμα του έγραψε, ζητώντας του να της στείλει τη Γραμμή σκιάς, δεν δίστασε καθόλου να πιάσει τη βαριοπούλα και να γκρεμίσει τους τοίχους του, για να βρει πού ήταν χτισμένος ο Τζόζεφ Κόνραντ.

Δεν ξέρουμε τι απέγινε ο Κάρλος μετά την κατάρρευση του χάρτινου σπιτιού που είχε χτίσει σε εκείνη την ερημική παραλία. Χαιρέτισε τους ψαράδες της περιοχής από μακριά και κανείς δεν τον είδε ξανά. Ο αφηγητής δεν έμαθε ποτέ αν ήταν καλά, αν ζούσε ή αν είχε πεθάνει. Ο Κάρλος χάθηκε για πάντα και ίσως αυτό να είναι το σημαντικότερο μήνυμα της ιστορίας του: μας καλεί να αναρωτηθούμε αν είμαστε ακόμα ζωντανοί μέσα στο σπίτι που έχουμε χτίσει ή αν έχουμε ήδη χαθεί κάτω από το βάρος του…


👉 Προτεινόμενα αναγνώσματα

Κόνραντ, Τζόζεφ, Η γραμμή σκιάς, μτφρ. Ξενοφών Κομνηνός, Αθήνα: Εκδ. Ίνδικτος 2006.

Μπόρχες, Χόρχε Λουίς, Δοκίμια, μτφρ., επιμ. & σχόλια Αχιλλέας Κυριακίδης, Αθήνα: Εκδ. Ελληνικά Γράμματα 2007. Ο τόμος περιέχει πολλά δοκίμια σχετικά με το θέμα μας εδώ, όπως «Το τείχος και τα βιβλία», «Για τη λατρεία των βιβλίων», «Η απόλυτη βιβλιοθήκη» (γνωστό περισσότερο ως «Η Βιβλιοθήκη της Βαβέλ») κ.ά.

Ντεριντά, Ζακ, Η έννοια του αρχείου, μτφρ. Κωστής Παπαγιώργης, Αθήνα: Εκδ. Εκκρεμές 1996.

Ντομίνγκες, Κάρλος Μαρία, Το χάρτινο σπίτι. Μυθιστόρημα, 4η έκδ., μτφρ. Λένα Φραγκοπούλου, Αθήνα: Εκδ. Πατάκη 2006.

Foucault, Michel, Οι λέξεις και τα πράγματα. Μια αρχαιολογία των επιστημών του ανθρώπου, μτφρ. Κωστής Παπαγιώργης, επιμ. Θανάσης Λάγιος, Αθήνα: Εκδ. Πλέθρον 2022.

Recalcati, Massimo, Με ανοιχτό βιβλίο. Μια ζωή είναι τα βιβλία της, μτφρ. Χρήστος Πονηρός, Αθήνα: Εκδ. Κέλευθος 2022.


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Πλάτωνος, "Φαίδρος": Ο μύθος της γραφής

Σοφιστές: Οι «παρεξηγημένοι» της ιστορίας

Μύθος και Λόγος