Homo creativus: Ο δημιουργικός άνθρωπος και η έννοια της δημιουργικότητας

 

Ο Τζακ και η φασολιά: 
δημιουργικότητα και ενηλικίωση


Στη σύγχρονη βιβλιογραφία, ο όρος «homo creativus» αναφέρεται στον άνθρωπο ως ένα κατεξοχήν δημιουργικό ον με την ικανότητα να παράγει νέο νόημα και νέες μορφές, λύσεις και πολιτισμικές πρακτικές. Αυτή η βαθιά ανθρώπινη ικανότητα δεν είναι θεϊκό δώρο, μυστικό χάρισμα λίγων εκλεκτών ή προνόμιο των καλλιτεχνών, όπως πίστευαν σε παλαιότερες εποχές. Σήμερα, η δημιουργικότητα συνδέεται με τη δυνατότητα να βλέπουμε τον κόσμο αλλιώς και να φτιάχνουμε κάτι που δεν υπήρχε πριν. Είναι περισσότερο μια στάση ζωής παρά χαρακτηριστικό ενός συγκεκριμένου ανθρωπότυπου.

Η ιστορία της έννοιας της δημιουργικότητας δείχνει μια εντυπωσιακή μετατόπιση των αντιλήψεων για την προέλευσή της από το θείο στο άτομο, από το άτομο στη διαδικασία και από τη διαδικασία στο κοινωνικό και πολιτισμικό περιβάλλον.

Στην αρχαιότητα, η δημιουργικότητα θεωρούνταν δώρο των θεών. Ο Πλάτων, για παράδειγμα, πίστευε ότι ο ποιητής ήταν ένα κατεχόμενο από τους θεούς ιερό ον, το οποίο δεν έπρεπε να δημιουργεί οτιδήποτε τυχαία αλλά μόνον ό,τι του υπαγόρευαν οι Μούσες, οι κόρες του Απόλλωνα. Το παράδειγμα του πλατωνικού Σωκράτη στον Φαίδρο είναι χαρακτηριστικό: ξεπέρασε την ντροπή του και κατάφερε να μιλήσει για τον έρωτα, μόνον όταν άκουσε τη φωνή των Μουσών μέσα του. Η δημιουργία δεν ήταν ανθρώπινη ικανότητα αλλά θεϊκή επίσκεψη. Το δημιουργικό άτομο δεν ήταν παρά ένα άδειο δοχείο που η θεότητα γέμιζε με την έμπνευση που χρειαζόταν για να γεννήσει ιδέες, ομιλίες και προϊόντα.

Τον Μεσαίωνα, η δημιουργικότητα υποτάχτηκε στη θεολογία ως υπόθεση του Θεού, ένα θεϊκό δώρο που χαριζόταν σε πολύ λίγους και εκλεκτούς. Αυτή η κατά βάση αριστοκρατική αντίληψη διατηρήθηκε καθ’ όλη τη διάρκεια του Μεσαίωνα. Όλα τα έργα δημιουργούνταν «προς δόξαν Θεού» και έμεναν ανυπόγραφα – ένδειξη της άρνησης ότι το άτομο διέθετε έμφυτη δημιουργική ικανότητα που καθιστούσε την ταυτότητά του ξεχωριστή.

Την εποχή της Αναγέννησης, η θεϊκή προέλευση της δημιουργικότητας άρχισε να ξεθωριάζει και ο άνθρωπος αναδύθηκε ως συν-δημιουργός του κόσμου. Ο αναγεννησιακός ουμανισμός καλλιέργησε την αντίληψη ότι ο άνθρωπος δεν είναι εγκαταλειμμένος στη μοίρα ή στα θεϊκά σχέδια, αλλά δημιουργεί ο ίδιος το μέλλον του. Η πίστη αυτή εδραιώθηκε και αποτελεί μέχρι σήμερα θεμελιώδη αρχή των διακηρύξεων του Ανθρωπισμού.

Την περίοδο αυτή, η δημιουργικότητα απέκτησε ανθρώπινα χαρακτηριστικά, ενώ οι συγγραφείς και οι καλλιτέχνες ανέκτησαν την ιδιοκτησία των έργων τους και κάποια από τα αρχαιοελληνικά τους προνόμια. Η τέχνη και η επιστήμη, η τεχνική και η αισθητική εκτοξεύτηκαν και το ενδιαφέρον για τη μελέτη της δημιουργικότητας αυξήθηκε. Οι συζητήσεις της εποχής για την προέλευσή της και τη σχέση της με την ευφυΐα περιστρέφονταν γύρω από το δίπολο «φύση ή ανατροφή», αλλά δεν βασίζονταν σε εμπειρικά δεδομένα.

Μία από τις πρώτες πραγματείες για το θέμα εκδόθηκε το 1575 από τον Ισπανό ιατρό Juan Huarte de San Juan (1529-1585), ο οποίος θεωρείται πρόδρομος της ισπανικής ψυχολογίας και του επαγγελματικού προσανατολισμού. Η μελέτη έκανε πολλές αναφορές στη νευρολογία, την παθολογία, την παιδαγωγική, την ανθρωπολογία και την κοινωνιολογία και υποστήριζε τη βελτίωση της κοινωνίας παρέχοντας σε κάθε άτομο την αναγκαία εκπαίδευση ανάλογα με τις φυσικές του κλίσεις. Η μεγάλη απήχηση αυτών των απόψεων είχε ως αποτέλεσμα τις επανειλημμένες εκδόσεις και τη μετάφραση της μελέτης σε άλλες ευρωπαϊκές γλώσσες.

Τους αιώνες του Διαφωτισμού, συγκρούονται δύο αντιλήψεις. Από τη μια μεριά, προσωπικότητες όπως ο Κοπέρνικος, ο Γαλιλαίος, ο Τόμας Χομπς, ο Ρενέ Ντεκάρτ (Καρτέσιος), ο Τζον Λοκ και ο Ισαάκ Νεύτων ενίσχυσαν την πίστη των επιστημονικών κύκλων της εποχής στην ικανότητα του ανθρώπου να λύνει τα προβλήματά του μέσω της εκπαίδευσης και της διανοητικής προσπάθειας. Από την άλλη μεριά, ο Καντ (Κριτική του καθαρού λόγου, 1790) αντιλαμβανόταν τη δημιουργικότητα ως μια εσωτερική ποιότητα, ένα δώρο της φύσης, που δεν μπορούσε να αποκτηθεί μέσω της ακαδημαϊκής μόρφωσης, αλλά αποτελούσε μια πνευματική στάση μέσω της οποίας η φύση επέβαλλε τους κανόνες της στην τέχνη.

Η πρώιμη βιομηχανική ανάπτυξη το δεύτερο μισό του 18ου αι. αποτέλεσε το έναυσμα για την πρώτη έρευνα γύρω από τη δημιουργική διαδικασία (William Duff, 1767), η οποία κατέληξε στη διαφοροποίηση της ευφυΐας από το ταλέντο με κριτήριο την καινοτομία: η ευφυΐα μπορεί να δημιουργήσει καινοτομία, ενώ το ταλέντο όχι. Η άποψη αυτή θεωρείται έγκυρη μέχρι σήμερα και επιβεβαιώνεται από τις σύγχρονες μελέτες.

Τον βιομηχανικό 19ο αι., η δημιουργικότητα άρχισε να θεωρείται ως η κινητήρια δύναμη της ανάπτυξης και συνδέθηκε με την τεχνολογική πρόοδο. Η διεξαγωγή νέων εμπειρικών ερευνών προσέδωσαν στη μελέτη της ανθρώπινης συμπεριφοράς μια θετικιστική διάσταση που σταδιακά αντικατέστησε τις αντιλήψεις περί θεϊκής προέλευσης της δημιουργικότητας με την ιδέα του κληρονομικού χαρίσματος που επικράτησε κυρίως στον ιατρικό κλάδο. Ο Άγγλος Francis Galton (1822-1911), εξάδελφος του Δαρβίνου, υπήρξε ο εισηγητής της κληρονομικής ευφυΐας, της ευγονικής, της ιστοριομετρίας, της ψυχομετρίας και της ψυχοβιογραφίας με βάση την οποία μελέτησε τα χαρακτηριστικά και τη συμπεριφορά διακεκριμένων ανθρώπων σε διάφορους τομείς, ισχυριζόμενος ότι η επιτυχία δικαστών, πολιτικών, στρατηγών, επιστημόνων, λογοτεχνών, ποιητών, μουσικών, ζωγράφων κ.ά. οφειλόταν στο γεγονός ότι είχαν το κληρονομικό χάρισμα της ευφυΐας και της δημιουργικότητας.

Η ιδέα της κληρονομικότητας αποτέλεσε τη βάση του ψευδο-επιστημονικού ρατσισμού, του κοινωνικού δαρβινισμού και του «κίτρινου κινδύνου» που αποτελούσε η Κίνα για τον ευρωπαϊκό πολιτισμό. Ευφυΐα και δημιουργική σκέψη δεν μπορούσε να έχει κανένας άλλος παρά μόνον οι ανώτερες τάξεις της λευκής φυλής.

Μετά την αυτονόμησή της από την ιατρική και τη φιλοσοφία, η ψυχολογία μπορούσε πλέον να μελετήσει τη δημιουργικότητα από διαφορετικές οπτικές γωνίες. Την αρχή έκανε ο Φρόυντ, ο οποίος έδειξε ότι η καλλιτεχνική έμπνευση δεν είναι μυστήριο, θεϊκό δώρο ή κληρονομικό χάρισμα, αλλά μια μεταμόρφωση των ασυνείδητων επιθυμιών, των εσωτερικών συγκρούσεων και των φαντασιώσεων του ατόμου σε κοινωνικά αποδεκτές μορφές. Για τον Φρόυντ, η δημιουργική πράξη λειτουργεί ως ένα είδος «εξευγενισμού» του ψυχικού υλικού που δεν μπορεί να εκφραστεί άμεσα και μετατρέπεται σε εικόνες, αφηγήσεις και μορφές, οι οποίες ανοίγουν χώρο για το νόημα και τη συγκίνηση. Ο ποιητής και ο καλλιτέχνης γίνονται έτσι «αναδιαμορφωτές του ασυνειδήτου», οι οποίοι μετατρέπουν το προσωπικό σε καθολικό και το ανομολόγητο σε αισθητικά και πολιτισμικά δημιουργικό.

Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι επιστημονικές μελέτες από την οπτική της ψυχολογίας έγιναν συστηματικότερες, αφαιρώντας από τη δημιουργικότητα κάθε μυστικιστικό στοιχείο και αναδεικνύοντας τον πολυδιάστατο χαρακτήρα της δημιουργικής διαδικασίας. Σήμερα, η δημιουργικότητα ορίζεται μέσα από τέσσερις βασικές συνιστώσες:
  • το άτομο (χαρακτηριστικά, προσωπικότητα, περιέργεια, παρατηρητικότητα, γνωσιακή ευελιξία, φαντασία), 
  • τη διαδικασία (αποκλίνουσα σκέψη, παιχνίδι, πειραματισμός, δοκιμή, επίλυση προβλημάτων), 
  • το αποτέλεσμα (πρωτοτυπία, χρησιμότητα, καταλληλότητα του παραγόμενου προϊόντος) και 
  • το περιβάλλον (κοινωνικό και πολιτισμικό πλαίσιο που επιτρέπει το ρίσκο, την έκπληξη και την ανατροπή).
Με βάση αυτές τις συνιστώσες, ο homo creativus είναι ο άνθρωπος που:
  • παράγει νόημα μέσα από τη φαντασία και την πράξη, 
  • συνδέει φαινομενικά ασύνδετα μεταξύ τους πράγματα, 
  • βλέπει δυνατότητες εκεί όπου οι άλλοι βλέπουν μόνο εμπόδια, 
  • μετατρέπει εμπειρίες σε νόημα, 
  • δεν φοβάται την αποτυχία, αλλά τη χρησιμοποιεί ως ευκαιρία, 
  • ακούει και συνεργάζεται με άλλους αντί να ενεργεί μόνος ως ένα κλειστό και αυτάρκες «εγώ»,
  • πειραματίζεται και μαθαίνει από τα λάθη του, 
  • λειτουργεί σε υποστηρικτικά περιβάλλοντα που ενισχύουν αντί να καταστέλλουν την πρωτοτυπία, 
  • καινοτομεί στις τέχνες, την επιστήμη και την τεχνολογία, 
  • είναι ανοικτός στην αυτοκατευθυνόμενη και στη διά βίου μάθηση, 
  • αλλάζει τον κόσμο, αλλάζοντας και ο ίδιος μαζί με τον κόσμο.
Σήμερα, η δημιουργικότητα δεν είναι μόνο φαντασία. Είναι σχέση με τον εαυτό, τους άλλους και τον κόσμο. Δεν είναι πια «έμπνευση» (εν+πνοή) και «ενθουσιασμός» (εν+θεός), η εμφύσηση της θεϊκής πνοής σε ένα άδειο ανθρώπινο δοχείο. Είναι ικανότητα, διαδικασία, συσχετισμός και πολιτισμική αλληλεπίδραση. Ως θεμελιώδης ποιότητα της ανθρώπινης οντολογίας, η δημιουργικότητα θεωρείται κρίσιμη για την κοινωνική ευημερία και την εκπαίδευση. Πάνω απ’ όλα, όμως, συνιστά όρο επιβίωσης σε ένα κόσμο που αλλάζει άναρχα και ραγδαία, απαιτώντας όχι απλώς προσαρμογή αλλά την πλήρη μεθερμηνεία και ανανοηματοδότησή του.


👉 Προτεινόμενα αναγνώσματα
 
Calvino, Italo, Τα αμερικανικά μαθήματα: Έξι προτάσεις για τη νέα χιλιετία, μτφρ. Μαρία Σπυριδοπούλου, επιμ. Δημήτρης Πηχάς, Αθήνα: Εκδ. Καστανιώτης 2013.

Freud, S., Λογοτεχνία, τέχνη και ψυχανάλυση, μτφρ. Νίκη Μυλωνά, Αθήνα: Εκδ. Νίκας 2017.

Καστοριάδης, Κορνήλιος, Η φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας, μτφρ. Σ. Χαλικιάς, Κ. Σπαντιδάκης & Γ. Σπαντιδάκη, επιμ. Κ. Σπαντιδάκης, Αθήνα, Εκδ. Κέδρος 2010.

Robinson, Ken, Άλλη λογική: για μια επανάσταση δημιουργικότητας, μτφρ. Βασίλης Αργυριάδης, επιμ. Βασίλης Σιδέρης, Αθήνα: Εκδ. Εν πλω 2011.

Sternberg, Robert J., Ύφη σκέψης, μτφρ. Χρήστος Γεμελιάρης, Αθήνα: Εκδ. Πολύτροπον 2009.




Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Πλάτωνος, "Φαίδρος": Ο μύθος της γραφής

Σοφιστές: Οι «παρεξηγημένοι» της ιστορίας

Μύθος και Λόγος