Δημιουργικότητα και δημιουργική γραφή: μια σχέση πέρα από την τεχνική

 



Η δημιουργική γραφή αναφέρεται συχνά ως η τέχνη της παραγωγής πρωτότυπων κειμένων που βασίζονται στη φαντασία, στη γλώσσα και στη συναισθηματική ή νοητική εμπειρία του συγγραφέα. Δεν αφορά μόνο την «έμπνευση», ούτε περιορίζεται στη λογοτεχνία. Είναι ένας τρόπος να μετατρέπουμε την εμπειρία σε μορφή, να δίνουμε σχήμα σε αυτό που νιώθουμε, σκεφτόμαστε ή παρατηρούμε. Με άλλα λόγια, η δημιουργική γραφή είναι η συνειδητή πρακτική της δημιουργικότητας μέσα από τη γλώσσα.

Παρότι σήμερα θεωρείται ξεχωριστό πεδίο μελέτης από τη δημιουργικότητα, η δημιουργική γραφή είναι τόσο παλιά όσο και η ίδια η λογοτεχνία. Οι αρχαίοι ρήτορες δίδασκαν τεχνικές αφήγησης, οι ποιητές εργάζονταν με μνημοτεχνικά μοτίβα και σχήματα, οι δραματουργοί πειραματίζονταν με δομές και χαρακτήρες. Όμως αυτές οι πρακτικές δεν ονομάζονταν «δημιουργική γραφή», αλλά «ποιητική» με την αριστοτελική έννοια του όρου. Για τον Αριστοτέλη, η ποίηση (με την ευρεία έννοια της δημιουργίας) δεν αναπαριστά απλώς γεγονότα, αλλά πλάθει το «καθόλου», δηλαδή μορφές, δομές και πιθανότητες που αποκαλύπτουν καθολκές αλήθειες πέρα από το τυχαίο της εμπειρίας. Αυτό ακριβώς είναι και το κρίσιμο σημείο συνάντησης ανάμεσα στη δημιουργική γραφή και την αριστοτελική ποιητική: και οι δύο αντιμετωπίζουν τη γραφή όχι ως μίμηση της πραγματικότητας, αλλά ως κατασκευή κόσμων.

Ως σύγχρονη παιδαγωγική πρακτική, η δημιουργική γραφή συνεχίζει σε αυτή τη γραμμή, καλλιεργώντας την ικανότητα του συγγραφέα να συνθέτει πλοκή, χαρακτήρες και φωνές που έχουν εσωτερική αναγκαιότητα και αισθητική συνοχή. Παρά το γεγονός ότι χρησιμοποιούνται πολλές σύγχρονες αφηγηματικές θεωρίες και τεχνικές, στην πραγματικότητα η αριστοτελική ποιητική λειτουργεί ως το θεωρητικό υπόβαθρο που προσφέρει στη δημιουργική γραφή τα θεμέλια της δραματουργίας, της μίμησης, της πλοκής και της κάθαρσης. Με τη σειρά της, η δημιουργική γραφή μετατρέπει αυτές τις αρχές σε εργαστηριακή πράξη, τεχνική και βιωματική άσκηση της φαντασίας.

Με τη σύγχρονη μορφή του creative writing, η δημιουργική γραφή άρχισε να διδάσκεται στις αρχές του εικοστού αιώνα κυρίως στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Αγγλία, όπου πολλά πανεπιστήμια άρχισαν να προσφέρουν οργανωμένα εργαστήρια στα οποία η γραφή δεν αντιμετωπιζόταν ως έμπνευση μυστηριώδους προέλευσης, αλλά ως ανθρώπινη δεξιότητα που μπορούσε να καλλιεργηθεί με τεχνικές, πειραματισμό και ανατροφοδότηση.

Στην Ευρώπη, η δημιουργική γραφή άργησε να αναγνωριστεί ως αυτόνομο πεδίο, καθώς θεωρούνταν για δεκαετίες ως «αμερικανική μόδα» ή «εργαστηριακή λογοτεχνία». Με τον καιρό, όμως, αντίστοιχα με τα αγγλοσαξονικά εργαστήρια, σεμινάρια και πανεπιστημιακά προγράμματα βρήκαν τον χώρο τους και στην ηπειρωτική Ευρώπη, αν και με διαφοροποιημένο προσανατολισμό, περισσότερο φιλοσοφικό παρά ωφελιμιστικό και πραγματιστικό. Στο ευρωπαϊκό πολιτισμικό πλαίσιο, η δημιουργική γραφή δεν ήταν απλώς μια τεχνική παραγωγής «καλών κειμένων», αλλά μια μέθοδος κατανόησης της γλώσσας, του εαυτού, των άλλων και του κόσμου.

Στην Ελλάδα, η ιστορία της δημιουργικής γραφής είναι πολύ πιο πρόσφατη απ’ όσο νομίζουν οι περισσότεροι. Η διδασκαλία της ξεκίνησε γύρω στα τέλη της δεκαετίας 1980 και αρχές της δεκαετίας 1990 όχι ως ακαδημαϊκό αντικείμενο αλλά ως πρακτική σε εργαστήρια λογοτεχνίας, πολιτιστικά κέντρα και σεμινάρια συγγραφέων χωρίς θεσμική αναγνώριση. Η είσοδος της δημιουργικής γραφής στα ελληνικά πανεπιστήμια είτε ως μεταπτυχιακό πρόγραμμα, είτε ως επιμέρους μάθημα σε φιλολογικά και παιδαγωγικά τμήματα, πραγματοποιήθηκε μετά το 2010 σε ανταπόκριση προς τρεις παράλληλες κοινωνικές ανάγκες.

Καταρχάς, η διαπίστωση ότι η παραδοσιακή φιλολογική διδασκαλία δεν επαρκούσε για να καλλιεργήσει τη γραφή επέφερε μια μετατόπιση της εκπαίδευσης προς περισσότερο εργαστηριακές και βιωματικές μεθόδους. Επιπλέον, η προϊούσα επαγγελματοποίηση της συγγραφικής τέχνης αύξησε τη ζήτηση για πιο «συνειδητούς» συγγραφείς από εκδοτικούς οίκους, λογοτεχνικά περιοδικά και φεστιβάλ βιβλίου. Ταυτοχρόνως, υπήρχε ένα γενικό αίτημα για εκδημοκρατισμό της λογοτεχνικής παραγωγής, καθώς ολοένα και περισσότεροι άνθρωποι ήθελαν να δοκιμάσουν τις δυνάμεις τους στη γραφή αντί να περιορίζονται στον ρόλο του παθητικού αναγνώστη.

Τα ρεύματα αυτά δεν ήταν αθώα ή ρομαντικά και είναι πολύ νωρίς ακόμα, για να αποτιμήσουμε τις πραγματικές συνέπειες αυτών των αλλαγών στην εκπαίδευση και στο επάγγελμα του/της συγγραφέα. Το βέβαιο είναι ότι διαμορφώθηκαν κάτω από την πίεση της νεοφιλελεύθερης αγοράς και του marketing σε ένα πολιτισμικό πλαίσιο στο οποίο η δημιουργική γραφή δεν είχε βαθιές ρίζες ή επεξεργασμένο θεωρητικό υπόβαθρο, αλλά επιβλήθηκε ως μια εισαγόμενη πρακτική που συνδέθηκε περισσότερο με τη μετανεωτερικότητα παρά με την ελληνική και ευρωπαϊκή λογοτεχνική παράδοση.

Σήμερα, η δημιουργική γραφή διδάσκεται σε διεθνές επίπεδο, αλλά δεν περιορίζεται στη λογοτεχνία. Σε γενικές γραμμές, εφαρμόζεται:

  •  στην εκπαίδευση ως εργαλείο σκέψης και έκφρασης, 
  • στην ψυχοθεραπεία ως μέσο αυτογνωσίας,
  • στην επικοινωνία ως τρόπος αφήγησης και νοηματοδότησης,
  • στη δημοσιογραφία ως τεχνική αφήγησης γεγονότων,
  • στη λογοτεχνία ως πεδίο πειραματισμού και μορφικής ανανέωσης.

Αντιθέτως, η δημιουργικότητα έχει συνδεθεί κυρίως με την επιχειρηματικότητα, με αποτέλεσμα δημιουργικότητα και δημιουργική γραφή να παρουσιάζονται συχνά ως δύο ξεχωριστές περιοχές: από τη μια μεριά, η «ικανότητα να έχεις ιδέες» και, από την άλλη, η «ικανότητα να γράφεις καλά». Ωστόσο, η σχέση τους είναι πολύ πιο οργανική από αυτό που υποδηλώνει ο εν λόγω διαχωρισμός, καθώς η δημιουργική γραφή αποτελεί έναν από τους πιο καθαρούς τρόπους με τους οποίους εκδηλώνεται η δημιουργικότητα.

Ως ανθρώπινη ικανότητα, η δημιουργικότητα αφορά την παραγωγή νέου νοήματος, δηλαδή να βλέπεις τον κόσμο αλλιώς, να συνδέεις στοιχεία που φαινομενικά δεν έχουν κάποια σχέση μεταξύ τους, να μεταμορφώνεις εμπειρίες σε μορφές. Η δημιουργική γραφή είναι ακριβώς αυτό: μια διαδικασία μεταμόρφωσης που παίρνει τη γλώσσα -το πιο κοινό, καθημερινό υλικό- και τη μετατρέπει σε χώρο φαντασίας, σκέψης και σχέσης. Από αυτή την άποψη, η δημιουργικότητα της δημιουργικής γραφής έγκειται ακριβώς στο ότι αποτελεί τρόπο να σχετιζόμαστε με τον εαυτό, τους άλλους και τον κόσμο. Όταν γράφουμε, δεν παράγουμε απλώς κείμενα· παράγουμε τρόπους να υπάρχουμε.

Επιπλέον, η δημιουργική γραφή ενεργοποιεί όλες τις διαστάσεις της δημιουργικότητας: την ατομική (φαντασία, περιέργεια, εσωτερική φωνή), τη διαδικαστική (δοκιμή, παιχνίδι, ανατροπή), την κοινωνική (διάλογος με άλλους συγγραφείς, αναγνώστες, κείμενα), και την πολιτισμική (νέες μορφές, νέες αφηγήσεις, νέες γλώσσες). Δεν είναι τυχαίο ότι οι πιο δημιουργικοί άνθρωποι -από τον Μονταίνιο μέχρι τον Ίταλο Καλβίνο και από τον Ρίλκε μέχρι τον Πεσσόα- δεν έβλεπαν τη γραφή ως «τεχνική παραγωγής ιστοριών», αλλά ως τρόπο ζωής, τρόπο να ζούμε μέσα στη γλώσσα, να βρίσκουμε φωνή και να της δίνουμε σχήμα, να μετατρέπουμε την εμπειρία σε αφήγηση, την παρατήρηση σε εικόνα, τη σκέψη σε μορφή. Είναι η στιγμή που ο άνθρωπος γίνεται homo creativus μέσα από τις λέξεις.

Με αυτή την έννοια, η σχέση μεταξύ δημιουργικότητας και δημιουργικής γραφής είναι κυκλική: η δημιουργικότητα γεννά τη δημιουργική γραφή που με τη σειρά της καλλιεργεί, δοκιμάζει και ωριμάζει τη δημιουργικότητα. Μαζί τους ωριμάζουμε κι εμείς.

 

👉 Προτεινόμενα αναγνώσματα


Gourevitch, Philip (επιμ.), Η τέχνη της γραφής. 10 κορυφαίοι συγγραφείς αποκαλύπτουν τα μυστικά της τέχνης τους στο Paris Review. Ανθολογία, μτφρ. Μαρίνα Τουλγαρίδου, Αθήνα: Εκδ. Τόπος (Μοτίβο Εκδοτική) 2010.

 Gourevitch, Philip (επιμ.), Η τέχνη της γραφής ΙΙ.7 μεγάλοι συγγραφείς αποκαλύπτουν τα μυστικά της τέχνης τους στο Paris Review. Ανθολογία, τόμ. Β΄, μτφρ. Μαρίνα Τουλγαρίδου, Αθήνα: Εκδ. Τόπος (Μοτίβο Εκδοτική) 2011.

Ζήρας, Αλέξης, Η τέχνη της γραφής στον 20ό αιώνα, Αθήνα: Εκδ. Καστανιώτης 2000. 


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Πλάτωνος, "Φαίδρος": Ο μύθος της γραφής

Μύθος και Λόγος

Σοφιστές: Οι «παρεξηγημένοι» της ιστορίας