Η σημασία της βιβλιογραφικής επισκόπησης στην επιστήμη και στη λογοτεχνία
Η επισκόπηση της βιβλιογραφίας αποτελεί το θεμέλιο κάθε σοβαρού δημιουργικού εγχειρήματος τόσο στην επιστήμη όσο και στη λογοτεχνία. Δεν πρόκειται για μια απλή καταγραφή όσων έχουν γραφτεί, αλλά για μια πράξη προσανατολισμού, μια προσπάθεια να κατανοήσουμε το τοπίο μέσα στο οποίο μπορούμε να τοποθετήσουμε τη δική μας συμβολή. Στην ουσία της, η βιβλιογραφική επισκόπηση λειτουργεί σαν χάρτης που δείχνει τα μονοπάτια που έχουν ήδη διανυθεί, τα αδιέξοδα, τις παρακάμψεις, αλλά και τα σημεία όπου ο δρόμος παραμένει ανοιχτός για νέες διαδρομές. Είναι, λοιπόν, ο τρόπος με τον οποίο στρέφουμε το βλέμμα προς τα πίσω για να μπορέσουμε να κινηθούμε μπροστά, αποφεύγοντας τις αστοχίες, τις επαναλήψεις και τις αντιγραφές.
Για τη δημιουργική σχέση μεταξύ επιστήμης και μυθοπλασίας έχω γράψει και αλλού, παραθέτοντας τις απόψεις του Ουμπέρτο Έκο και του Τζερόμ Μπρούνερ. Παρά τη διαφορετική τους μεθοδολογία, το σημαντικότερο ίσως στοιχείο που φέρνει κοντά αυτά τα φαινομενικά συγκρουόμενα πεδία είναι η κοινή τους προσπάθεια να ερμηνεύσουν την ανθρώπινη κατάσταση και την κοινωνική πραγματικότητα – προσπάθεια που, άλλωστε, αποτελεί ταυτόχρονα και το σημείο συνάντησης και διαλόγου με το αναγνωστικό τους κοινό. Δεδομένου δε ότι καμία ερμηνεία δεν μπορεί να είναι πλήρης και αδιαμφισβήτητη, εδώ θα επιχειρήσω να περιγράψω μερικούς δημιουργικούς τρόπους με τους οποίους ένα κατεξοχήν επιστημονικό εργαλείο, όπως η επισκόπηση της βιβλιογραφίας, μπορεί να αξιοποιηθεί για τον εντοπισμό κενών και προβλημάτων που χρειάζονται απαντήσεις, εναλλακτικές προσεγγίσεις και ανανοηματοδότηση του κατεστημένου πλαισίου. Από αυτήν άποψη, η επισκόπηση της βιβλιογραφίας δεν είναι μια οποιαδήποτε «συλλογή πηγών», αλλά συνιστά αφ’ εαυτής μια δημιουργική σύνθεση, ερμηνευτική διαδικασία και πράξη νοηματοδότησης που προσδίδει στη γραφή μας ταυτότητα και προσανατολισμό μέσα από συνδέσεις, συγκρίσεις, αμφισβητήσεις και αναπλαισιώσεις.
Στην πράξη, η βιβλιογραφική επισκόπηση ξεκινά με τη χαρτογράφηση των βασικών έργων και ερμηνειών που έχουν διαμορφώσει το πεδίο. Αυτά δεν λειτουργούν ως αυθεντίες που πρέπει να ακολουθήσουμε τυφλά αλλά ως συνομιλητές, καθώς η έρευνα δεν γεννιέται σε κενό αλλά μέσα σε μια συζήτηση που προϋπάρχει. Η επισκόπηση μάς επιτρέπει να ακούσουμε αυτή τη συζήτηση και να δούμε πώς εξελίχθηκε, ποιες έννοιες κυριάρχησαν, ποιες αμφισβητήθηκαν, ποιες παραμερίστηκαν και ποιες επανήλθαν με νέα δυναμική. Επιπλέον, αναδεικνύει τα κενά όχι με την έννοια κάποιων «ελλειμμάτων» που πρέπει να καλυφθούν μηχανικά, αλλά με την έννοια των περιοχών όπου η σκέψη παραμένει ανοιχτή, οι απαντήσεις είναι αντιφατικές και αβέβαιες, ενώ η πραγματικότητα έχει αλλάξει, καθιστώντας τις παλιές ερμηνείες ανεπαρκείς. Αυτά τα κενά είναι οι χώροι όπου μπορεί να ριζώσει η δική μας ερευνητική αναζήτηση.
Η χαρτογράφηση των ερμηνειών είναι μόνο το πρώτο βήμα μιας βιβλιογραφικής επισκόπησης. Ακολουθεί η διαδικασία της επιλογής στην οποία το σημειωματάριο του συγγραφέα παίζει καθοριστικό ρόλο. Επιλέγουμε έννοιες, ιδέες και σχήματα που θεωρούμε σημαντικά, αφήνοντας στην άκρη όσα θεωρούμε δευτερεύοντα ή άσχετα με το θέμα μας. Επιλέγουμε επίσης τους συγγραφείς με τους οποίους θέλουμε να συνομιλήσουμε μέσα από το δικό μας κείμενο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα εδώ αποτελεί Το χάρτινο σπίτι, όπου η υπόγεια συνομιλία του Ντομίνγκες με τον Μπόρχες ουσιαστικά ανατρέπει την κυρίαρχη αντίληψη ότι «τα βιβλία σώζουν», για να αναδείξει τις αθέατες σκοτεινές όψεις της βιβλιοφιλίας. Με άλλα λόγια, η μελέτη των τρόπων με τους οποίους άλλοι συγγραφείς έχουν προσεγγίσει το θέμα που μας απασχολεί, μπορεί να μας βοηθήσει να εντοπίσουμε τα σημεία στα οποία χωράει μια διαφορετική οπτική και να αναπτύξουμε τη δική μας μεθοδολογία. Δεν πρόκειται, επομένως, για μηχανικές ή ουδέτερες επιλογές. Αντιθέτως, οι επιλογές μας αποτελούν ένα είδος προσωπικής υπογραφής, καθώς αποκαλύπτουν τη δική μας οπτική, τις δικές μας προτεραιότητες, το δικό μας θεωρητικό και αισθητικό βλέμμα.
Η γεφύρωση, δηλαδή η σύνδεση ανάμεσα σε αυτό που έχει ήδη ειπωθεί και σε αυτό που εμείς θέλουμε να πούμε, αποτελεί το τρίτο βήμα μιας βιβλιογραφικής επισκόπησης. Στο στάδιο αυτό, είμαστε πλέον σε θέση να διατυπώσουμε μια συνεκτική ερευνητική διερώτηση, η οποία δεν προέκυψε αυθαίρετα αλλά μέσα από τη δυναμική των βιβλίων που διαμόρφωσαν τη σκέψη μας. Από αυτή την άποψη, η βιβλιογραφική επισκόπηση μπορεί να αποτελέσει καθαυτή μια μορφή γραφής και αφήγησης της ιστορίας των επιρροών που δεχτήκαμε. Το ανοιχτό βιβλίο του Μάσιμο Ρεκαλκάτι, για παράδειγμα, προσκαλεί το αναγνωστικό κοινό να εξερευνήσει μαζί του το τοπίο των «πραγματικών» βιβλίων που επηρέασαν τις αναζητήσεις του από την εφηβεία μέχρι την ώριμη επιστημονική και συγγραφική του ζωή.
Η αντίληψη ότι η βιβλιογραφική επισκόπηση δεν αποτελεί παρά μια αναγκαστική και βαρετή υποχρέωση της επιστημονικής έρευνας είναι βαθιά αποπροσανατολιστική. Οι συγγραφείς που επιδιώκουν την ευκολία της ένθεης έμπνευσης και της ελεύθερης γραφής, αντλώντας τα ερεθίσματά τους από τα social media, στερούν από τον εαυτό τους όχι μόνο το βάθος της γραφής τους αλλά και την ανεξαρτησία της σκέψης τους από ένα πνιγηρό οικονομικό σύστημα που αντιμετωπίζει τους ίδιους και τα έργα τους ως κερδοφόρα εμπορικά προϊόντα και όχι ως εκφράσεις πολιτισμού. Πριν πιάσουν την πένα για να γράψουν, το πρώτο ερώτημα που πρέπει να θέσουν στον εαυτό τους ιδιαίτερα οι νέοι επίδοξοι συγγραφείς αφορά το κατά πόσον είναι διατεθειμένοι να υποστούν τη «βάσανο» της βιβλιογραφικής επισκόπησης και να προσδώσουν στη γραφή τους το βαθύτερο νόημα της φιλοσοφικής διερώτησης αντί της αναπαραγωγής των ρηχών προταγμάτων που διακινούνται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Η απάντηση στο ερώτημα αυτό θα δώσει και το μέτρο με το οποίο μπορούν να συνειδητοποιήσουν και να αποφασίσουν αν θέλουν να γίνουν «πραγματικοί» συγγραφείς ή απλώς διάττοντες αστέρες στην αδιάφορη βιομηχανία της δημοφιλούς κουλτούρας και ψυχαγωγίας.
Η πνευματική οκνηρία είναι ίσως ο μόνος λόγος για τον οποίο η βιβλιογραφική επισκόπηση απορρίπτεται ιδιαίτερα από τους νέους συγγραφείς με τη δικαιολογία ότι πρόκειται για ένα επιστημονικό εργαλείο που δεν σχετίζεται με τη λογοτεχνία. Ωστόσο, η βιβλιογραφική επισκόπηση στη λογοτεχνία δεν είναι κάποια τεχνική υποχρέωση αλλά μια διαδικασία εμβάπτισης, ένας αναντικατάστατος τρόπος να βυθιστούμε σε φωνές, ιστορίες, ημερολόγια, μαρτυρίες, αισθητικές διαδρομές και αφηγηματικές τεχνικές που θα φυτέψουν τις ρίζες πάνω στις οποίες θα αναπτυχθεί το δικό μας έργο.
Στη λογοτεχνία, η χαρτογράφηση ξεκινά από τα μυθιστορήματα που έχουν αγγίξει το θέμα μας από διάφορες οπτικές γωνίες. Δεν ψάχνουμε «τι έχει ειπωθεί», για να το μιμηθούμε και να το επιβραβεύσουμε με τη δική μας γραφή. Ψάχνουμε το «πώς έχει ειπωθεί», για να μελετήσουμε τους τρόπους με τους οποίους άλλοι συγγραφείς χειρίστηκαν αγωνίες παρόμοιες με τις δικές μας, πώς έστησαν τους χαρακτήρες τους, πώς άνοιξαν τον χρόνο, πώς έπλεξαν τις φωνές. Τόσο στην επιστήμη όσο και στη λογοτεχνία, κάθε βιβλίο γίνεται ένας συνομιλητής που μας δείχνει τι λειτουργεί, τι κουράζει, τι αφήνει χώρο για κάτι νέο. Με αυτή την έννοια, το κυνήγι της πολυπόθητης «πρωτοτυπίας» δεν συνίσταται στο να πούμε κάτι που δεν έχει ειπωθεί ποτέ, αλλά στο να του δώσουμε μια διαφορετική διάσταση που θα αντικατοπτρίζει τη δική μας κοσμοθεωρία, αν υποθέσουμε ότι έχουμε κάποια. Κάθε μυθιστόρημα ξεκινά από μια σπίθα, αλλά για να γίνει κόσμος -ένας νέος, εναλλακτικός κόσμος- χρειάζεται φιλοσοφικό υλικό, βιβλιογραφική επισκόπηση και κοινωνική έρευνα.
Δίπλα στα μυθιστορήματα βρίσκονται τα ημερολόγια και οι μαρτυρίες. Αυτά τα είδη κειμένων δεν προσφέρουν «δεδομένα» αλλά υφή, δηλαδή τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να διασταυρωθεί η προσωπική έκφραση με τις ρωγμές της εμπειρίας. Αν το μυθιστόρημα αγγίζει ψυχικές διαδρομές, κοινωνικές εντάσεις ή ιστορικές περιόδους, τα ημερολόγια και οι μαρτυρίες λειτουργούν σαν παράθυρα σε πραγματικές ζωές, τις οποίες δεν μπορούμε να αντιγράψουμε καθαυτές, αλλά μπορούμε να τις αφήσουμε να οδηγήσουν τη σκέψη μας σε νέα μονοπάτια που δεν είχαμε φανταστεί προηγουμένως.
Η αισθητική βιβλιογραφία (δοκίμια, κριτικές, σημειώσεις συγγραφέων) με τη σειρά της μπορεί να μας προσφέρει μια διαφορετική συνείδηση της τέχνης. Ανακαλύπτουμε τους τρόπους με τους οποίους άλλοι δημιουργοί αντιλαμβάνονται τη γραφή, πώς παλεύουν με τη μορφή, πώς διαχειρίζονται τη σιωπή, την ένταση, την ατμόσφαιρα. Αυτά τα είδη κειμένων δεν μας λένε «τι να κάνουμε», αλλά μας δείχνουν πώς σκέφτονται όσοι έχουν ήδη περπατήσει τον δρόμο που θέλουμε να ανοίξουμε για τον εαυτό μας.
Τέλος, η βιβλιογραφία για τις αφηγηματικές τεχνικές αφορά τη δομή, τη φωνή, την οπτική γωνία, τον ρυθμό της αφήγησης. Εδώ η επισκόπηση γίνεται το ατομικό μας εργαστήριο δημιουργικής γραφής. Μπορούμε να παρατηρήσουμε πώς λειτουργεί μια πολυφωνική αφήγηση, πώς χτίζεται η ένταση μιας σύγκρουσης, πώς η γλώσσα μπορεί να γίνει σώμα, πώς μιλάει η σιωπή και γίνεται γεγονός. Οι αφηγηματικές τεχνικές δεν είναι «κανόνες», όπως διδάσκονται συνήθως στα περισσότερα σεμινάρια δημιουργικής γραφής, αλλά εργαλεία που μπορούμε να μετασχηματίσουμε, να τα χρησιμοποιήσουμε με διάφορους τρόπους, να τα επιλέξουμε ή να τα απορρίψουμε ανάλογα με το αν υπηρετούν τη δική μας αφήγηση ή όχι.
Όλα αυτά μαζί σχηματίζουν ένα πεδίο μέσα στο οποίο το δικό μας έργο μπορεί να αποκτήσει σαφήνεια, νόημα και θέση. Αν στην επιστήμη η βιβλιογραφική επισκόπηση αναζητά κενά γνώσης, στη λογοτεχνία αναζητά κενά φωνής, δηλαδή εκείνες τις περιοχές όπου η εμπειρία δεν έχει ακόμη ειπωθεί με τον τρόπο που θα μπορούσαμε να την πούμε εμείς. Με άλλα λόγια, η βιβλιογραφική επισκόπηση είναι μια διαδικασία εύρεσης προσανατολισμού και ταυτόχρονα μια πράξη αυτογνωσίας: Μέσα από αυτά που διαβάζουμε, καταλαβαίνουμε τι θέλουμε να γράψουμε και πώς θα το γράψουμε. Είναι επίσης μια γέφυρα ανάμεσα στον κόσμο των άλλων και τον κόσμο που θέλουμε να αφηγηθούμε με τη δική μας ξεχωριστή φωνή. Και είναι ο τρόπος με τον οποίο η γραφή μας αποκτά ρίζες, όχι για να μείνει ακίνητη, αλλά για να μπορέσει να ανθίσει.
👉 Προτεινόμενα αναγνώσματα
Gourevitch, Philip (επιμ.), Η τέχνη της γραφής. 10 κορυφαίοι συγγραφείς αποκαλύπτουν τα μυστικά της τέχνης τους στο Paris Review. Ανθολογία, μτφρ. Μαρίνα Τουλγαρίδου, Αθήνα: Εκδ. Τόπος (Μοτίβο Εκδοτική) 2010.
Gourevitch, Philip (επιμ.), Η τέχνη της γραφής ΙΙ. 7 μεγάλοι συγγραφείς αποκαλύπτουν τα μυστικά της τέχνης τους στο Paris Review. Ανθολογία, τόμ. Β΄, μτφρ. Μαρίνα Τουλγαρίδου, Αθήνα: Εκδ. Τόπος (Μοτίβο Εκδοτική) 2011.
Ζήρας, Αλέξης, Η τέχνη της γραφής στον 20ό αιώνα, Αθήνα: Εκδ. Καστανιώτης 2000.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου